Σύνοψη: Η νέα πολιτική περίοδος ξεκινά με ένα παράδοξο: η κυβέρνηση εξακολουθεί να προηγείται, χωρίς όμως να κατορθώνει να μετατρέψει την υπεροχή της σε σαφή εκλογική δυναμική. Την ίδια στιγμή, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αδυνατούν να αξιοποιήσουν τη φθορά, καθώς στερούνται πειστικού σχεδίου, ισχυρών προσώπων και καθαρού κυβερνητικού αφηγήματος. Η ΔΕΘ λειτουργεί έτσι ως κρίσιμο τεστ και για τους δύο πόλους: για την κυβέρνηση, αν μπορεί να υπερβεί τη στασιμότητα και να διευρύνει την επιρροή της, και για την αντιπολίτευση, αν μπορεί επιτέλους να εξηγήσει στους πολίτες γιατί πρέπει να την εμπιστευθούν.
————–
Αναλυτικά…
ΔΕΘ χωρίς αντίπαλο δέος: Η αντιπολίτευση ψάχνει ρόλο και η κυβέρνηση ταβάνι
Υπάρχουν πολιτικές περιόδους κατά τις οποίες ένα κυβερνητικό στρατόπεδο φθείρεται και η αντιπολίτευση περιμένει απλώς να εισπράξει τη δυσαρέσκεια.
Και υπάρχουν περίοδοι σαν τη σημερινή, όπου συμβαίνει κάτι πολύ πιο παράδοξο: η κυβέρνηση δεν ενθουσιάζει ιδιαίτερα, αλλά οι αντίπαλοί της αδυνατούν ακόμη και να πείσουν ότι αποτελούν αξιόπιστη εναλλακτική.
Αυτό είναι ίσως το βασικό πολιτικό συμπέρασμα με το οποίο ανοίγει η νέα σεζόν.
γράφει ο Νίκος Παρίκος
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί τον ισχυρότερο πόλο του πολιτικού συστήματος. Δεν σημαίνει όμως ότι έχει λύσει το πρόβλημα της εκλογικής της οροφής. Η επίμονη κίνηση σε ποσοστά περίπου 22%-25% στις δημοσκοπήσεις, ανάλογα με τη μέτρηση και την αναγωγή, δείχνει ότι η κυβερνητική παράταξη έχει ένα πρόβλημα εξίσου σοβαρό με εκείνο που αντιμετωπίζει η αντιπολίτευση: δεν φαίνεται να βρίσκει εύκολα τον τρόπο να μεγαλώσει.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον.
- Η αντιπολίτευση δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια
Για μήνες υπήρχε η προσδοκία ότι το πολιτικό σκηνικό θα μετακινηθεί αισθητά. Οι υποθέσεις που απασχόλησαν έντονα την επικαιρότητα, η κοινωνική πίεση, η ακρίβεια και η γενικότερη κόπωση από την κυβερνητική διαχείριση θεωρητικά δημιουργούσαν χώρο για μια δυναμική αντεπίθεση. Δεν συνέβη.
Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα μετατρέψει τη δεύτερη θέση ή την εκλογική του στασιμότητα σε πραγματική διεκδίκηση εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εγκλωβισμένος σε χαμηλές επιδόσεις, ενώ η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στον δημόσιο πολιτικό διάλογο δεν έχει μέχρι στιγμής δημιουργήσει το κύμα που πιθανώς ανέμεναν οι συνεργάτες του.
Και ο νέος χώρος που επιχείρησε να εκφράσει τη δυναμική των Τεμπών έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπος με τις παθογένειες που συνήθως εμφανίζονται όταν ένα κίνημα διαμαρτυρίας επιχειρεί να μετατραπεί σε κόμμα.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η αδυναμία της σημερινής αντιπολίτευσης: διαθέτει δυσαρέσκεια, αλλά όχι ακόμη επαρκή πολιτική προσφορά.

- Η οργή δεν είναι κυβερνητικό πρόγραμμα
Το πολιτικό σύστημα έχει γεμίσει από καταγγελίες. Λείπει, όμως, το δύσκολο κομμάτι: η πρόταση.
Το να λες ότι η κυβέρνηση αποτυγχάνει είναι εύκολο. Το να εξηγείς τι θα κάνεις διαφορετικά, πόσο θα κοστίσει, από πού θα χρηματοδοτηθεί και ποια προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει η δική σου πολιτική είναι η πραγματική δοκιμασία. Και εδώ η εικόνα είναι απογοητευτική.
Η αντιπολίτευση συχνά μοιάζει να αντιμετωπίζει την πολιτική ως διαγωνισμό εντονότερης καταγγελίας. Όποιος ανεβάσει περισσότερο τους τόνους θεωρείται ότι κερδίζει. Μόνο που οι ψηφοφόροι δεν ψηφίζουν αποκλειστικά με βάση το ποιος φωνάζει περισσότερο. Ιδίως σε μια χώρα που έχει περάσει μια δεκαετία δημοσιονομικής περιπέτειας, το οικονομικό επιχείρημα δεν μπορεί να είναι διακοσμητικό.
- Το δημόσιο χρέος και η δύσκολη συζήτηση για το κράτος
Η συζήτηση για την οικονομία αποκαλύπτει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την ένδεια της αντιπολιτευτικής στρατηγικής.
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους, η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και η διαχείριση των κρατικών πόρων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως πεδίο για παροχολογία. Υπάρχει πραγματική πολιτική διαφωνία για το αν τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια πρέπει να κατευθύνονται σε μειώσεις φόρων, κοινωνικές δαπάνες, επενδύσεις ή ταχύτερη μείωση του χρέους.
Αυτή είναι μια σοβαρή συζήτηση. Δεν γίνεται όμως σοβαρότερη επειδή κάθε δημοσιονομική εξοικονόμηση βαφτίζεται αυτομάτως «λεφτά που πρέπει να μοιραστούν».
Η αντιπολίτευση θα κριθεί τελικά στο αν μπορεί να παρουσιάσει μια κοστολογημένη οικονομική πρόταση, όχι στο αν μπορεί να καταγγείλει την κυβέρνηση για το ύψος μιας παροχής.
- Ο Τσίπρας και το τεστ της επιστροφής
Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα προσθέτει μια ξεχωριστή διάσταση. Η απόφαση να προηγηθεί του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχει ασφαλώς επικοινωνιακό ενδιαφέρον. Είναι όμως πολύ πιο σημαντικό το τι θα περιέχει η ομιλία του από το πότε θα πραγματοποιηθεί.
Η πραγματική ερώτηση είναι απλή: ποιο είναι το καινούργιο πολιτικό προϊόν;
Η επιστροφή σε ένα παλιό πολιτικό κεφάλαιο δεν αρκεί. Ούτε αρκούν τα νέα πρόσωπα γύρω από έναν παλιό αρχηγό, όταν ο ψηφοφόρος μπορεί να αισθάνεται ότι παρακολουθεί μια επανεκκίνηση γνωστών υλικών με διαφορετικό περιτύλιγμα.
Ο Τσίπρας έχει ένα επιπλέον πρόβλημα: κουβαλά κυβερνητικό παρελθόν και συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις. Άρα δεν επιστρέφει ως λευκή σελίδα.
Για να ξαναγίνει υπολογίσιμος, θα πρέπει να απαντήσει όχι μόνο στο τι έκανε τότε, αλλά κυρίως τι θα έκανε διαφορετικά σήμερα.
- Ιδιωτικά ΑΕΙ και άλλα τινά…
Το ίδιο πολιτικό έλλειμμα φάνηκε και στην αντιπαράθεση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Η δικαστική εμπλοκή με τις άδειες συγκεκριμένων ιδρυμάτων ανέδειξε πραγματικά ζητήματα θεσμικής επάρκειας και ελέγχου. Εάν υπάρχουν προβλήματα στις διαδικασίες αδειοδότησης ή πιστοποίησης, αυτά πρέπει να διορθωθούν. Τελεία.
Από εκεί και πέρα, η συζήτηση δεν μπορεί να καταλήγει σε ιδεολογική μάχη χαρακωμάτων. Η Ελλάδα χρειάζεται ποιοτική ανώτατη εκπαίδευση, δημόσια και μη κρατική. Χρειάζεται κανόνες, αξιολόγηση, υποδομές και αυστηρούς ελέγχους. Χρειάζεται επίσης να σταματήσει η εύκολη πολιτική λογική σύμφωνα με την οποία ένα πρόβλημα σε έναν θεσμό αποτελεί απόδειξη ότι ολόκληρη η μεταρρύθμιση είναι λανθασμένη.
Αλλά και η κυβέρνηση δεν δικαιούται να κρύβεται πίσω από τη γραφειοκρατία. Όταν μια μεταρρύθμιση αποτελεί κεντρική κυβερνητική επιλογή, η ευθύνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της παραμένει πολιτική.
- Το πρόβλημα της ΝΔ… «είναι διαφορετικό»…
Εδώ βρίσκεται η άλλη πλευρά του προβλήματος. Η αντιπολίτευση μπορεί να μην πείθει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει πολιτική κυριαρχία χωρίς ημερομηνία λήξης. Το σταθερό ποσοστό της ΝΔ σε μια ζώνη περίπου 22%-25% δεν είναι ακριβώς θρίαμβος. Είναι πρωτιά σε ένα κατακερματισμένο περιβάλλον.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να χρειάζεται να απαντήσει στο ερώτημα γιατί ένας ψηφοφόρος που δεν θέλει επιστροφή στο παρελθόν πρέπει να επιλέξει ξανά την ίδια πολιτική δύναμη. Η διαχείριση της οικονομίας, οι επενδύσεις, οι μεταρρυθμίσεις και η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελούν επιχειρήματα, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους για πάντα.
Κάποια στιγμή η κυβερνητική παράταξη πρέπει να παράγει νέο πολιτικό αφήγημα. Όχι απλώς περισσότερες εξαγγελίες.
- Η ΔΕΘ ως καθρέφτης ενός βαλτωμένου σκηνικού
Η φετινή ΔΕΘ έχει πλέον αποκτήσει μια ιδιότυπη σημασία. Ο πρωθυπουργός θα επιχειρήσει να αποδείξει ότι η κυβέρνηση μπορεί να περάσει από τη διαχείριση στη νέα πολιτική ατζέντα. Η αντιπολίτευση θα προσπαθήσει να πείσει ότι υπάρχει επιτέλους κάτι περισσότερο από καταγγελία. Το δύσκολο είναι ότι κανείς δεν έχει μέχρι στιγμής παρουσιάσει πειστικά το αντίπαλο δέος.
Η αντιπολίτευση μοιάζει να περιμένει να πέσει η κυβέρνηση από μόνη της. Η κυβέρνηση, από την άλλη, μοιάζει να έχει συμβιβαστεί υπερβολικά με το γεγονός ότι προηγείται επειδή οι άλλοι δεν πείθουν.
Αυτό είναι επικίνδυνη αυταρέσκεια για την κυβέρνηση και πολιτική αμηχανία για την αντιπολίτευση. Και κάπου ανάμεσα στους δύο βρίσκεται ο ψηφοφόρος, ο οποίος δεν ζητά άλλον έναν γύρο τηλεοπτικής φασαρίας. Ζητά να ακούσει ποιος θέλει να κυβερνήσει, με ποιους ανθρώπους, με ποιο σχέδιο και με ποιο κόστος.
Μέχρι να απαντηθούν αυτά, η πολιτική εξίσωση παραμένει σχεδόν ενοχλητικά απλή: η κυβέρνηση δεν απογειώνεται, αλλά η αντιπολίτευση δεν καταφέρνει ούτε να την πλησιάσει.
Και αυτή ίσως είναι η πιο εύγλωττη εικόνα της σημερινής πολιτικής στασιμότητας.
Συνολικά…
Το πολιτικό σκηνικό εισέρχεται στη νέα περίοδο με δύο αλληλένδετες αδυναμίες. Από τη μία, η αντιπολίτευση δεν έχει κατορθώσει να μετατρέψει τη φθορά, τη δυσαρέσκεια και τις κοινωνικές εντάσεις σε συγκροτημένη κυβερνητική πρόταση. Της λείπουν το ισχυρό πρόσωπο, η καθαρή στρατηγική και κυρίως η πειστική απάντηση στο «τι θα κάνετε εσείς;». Από την άλλη, η ΝΔ παραμένει πρώτη χωρίς να έχει λύσει το πρόβλημα της εκλογικής διεύρυνσης. Η επίμονη κίνηση στη ζώνη του 22%-25% δείχνει περισσότερο ανθεκτικότητα παρά δυναμική. Η ΔΕΘ, επομένως, δεν είναι απλώς μια ακόμη πολιτική παράσταση. Είναι τεστ για το αν κάποιος από τους δύο βασικούς πόλους μπορεί επιτέλους να ξεφύγει από τη στασιμότητα.









