Σύνοψη: Η εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας για την αντιμετώπιση του καύσωνα περιλαμβάνει αναλυτικές οδηγίες προστασίας των πολιτών, αναγνωρίζοντας ότι η κλιματική αλλαγή αυξάνει πλέον τη συχνότητα και την ένταση των ακραίων θερμικών φαινομένων. Παράλληλα, προσδιορίζει τις υποχρεώσεις Δήμων, Περιφερειών και δημόσιων υπηρεσιών, καταγράφει τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού και παραθέτει συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης. Παρά τη χρησιμότητα των οδηγιών, η επανάληψη αντίστοιχων εγκυκλίων κάθε καλοκαίρι αναδεικνύει την ανάγκη μετάβασης από την απλή ενημέρωση σε ένα σταθερό, ολοκληρωμένο και διαρκώς χρηματοδοτούμενο σχέδιο δημόσιας υγείας και πολιτικής προστασίας, ικανό να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση.
——–
Αναλυτικά…
Καύσωνας: Οι οδηγίες υπάρχουν – το ζητούμενο είναι αν το κράτος είναι πραγματικά έτοιμο
Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική απειλή για το μέλλον. Είναι μια πραγματικότητα που βιώνουμε κάθε καλοκαίρι, με ολοένα συχνότερους και εντονότερους καύσωνες να δοκιμάζουν τις αντοχές των πολιτών, των υποδομών και του συστήματος υγείας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Υπουργείο Υγείας εξέδωσε στις 20 Ιουλίου 2026 νέα εγκύκλιο με θέμα την πρόληψη των επιπτώσεων από τις υψηλές θερμοκρασίες και τον καύσωνα, απευθύνοντας οδηγίες προς όλους τους εμπλεκόμενους δημόσιους φορείς και τους πολίτες.
Το περιεχόμενο της εγκυκλίου είναι πλήρες και επιστημονικά τεκμηριωμένο. Περιγράφει τους κινδύνους που εγκυμονεί η παρατεταμένη έκθεση στη ζέστη, αναλύει τα συμπτώματα της θερμικής εξάντλησης και της θερμοπληξίας, προσδιορίζει τις ομάδες υψηλού κινδύνου και παραθέτει συγκεκριμένες οδηγίες πρόληψης. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη συχνότητα και την ένταση των ακραίων θερμικών φαινομένων, γεγονός που επιβάλλει μεγαλύτερη ετοιμότητα από όλους τους κρατικούς μηχανισμούς.
Ωστόσο, η έκδοση μιας ακόμη εγκύκλιου φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα εύλογο ερώτημα. Αρκεί η ενημέρωση όταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν πλέον μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό των ελληνικών καλοκαιριών;
Ο καύσωνας δεν είναι πλέον ένα έκτακτο γεγονός
Η εγκύκλιος υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, η θερμοκρασία αναμενόταν να φτάσει τοπικά τους 39-40 βαθμούς Κελσίου, ενώ ήδη από τις προηγούμενες ημέρες σε αρκετές περιοχές της χώρας είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς, δημιουργώντας ιδιαίτερα δυσάρεστες και επικίνδυνες συνθήκες (για να δείτε την εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας κάντε κλικ εδώ).
Παράλληλα, γίνεται ειδική αναφορά στις προειδοποιήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σύμφωνα με τις οποίες η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει σημαντικά τόσο τη συχνότητα όσο και την ένταση των καυσώνων, με σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και στα οικοσυστήματα.
Οι ευθύνες της Πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Το Υπουργείο Υγείας καλεί όλους τους αρμόδιους φορείς να προετοιμαστούν εγκαίρως. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στους Δήμους, οι οποίοι καλούνται:
- να οργανώσουν και να διαθέσουν κλιματιζόμενους και δροσερούς χώρους για το κοινό,
- να δώσουν προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων,
- να συνεργαστούν με τις Περιφέρειες για την ενημέρωση των πολιτών,
- να συμβάλουν στη λήψη προληπτικών μέτρων.
Παράλληλα, προτείνεται να εξεταστεί, όπου απαιτείται:
- η αλλαγή των ωραρίων λειτουργίας υπηρεσιών,
- ο περιορισμός των μετακινήσεων κατά τις θερμότερες ώρες,
- η προστασία εργαζομένων που απασχολούνται σε εξωτερικούς χώρους ή εκτελούν βαριά σωματική εργασία.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο
Η εγκύκλιος προσδιορίζει αναλυτικά τις πληθυσμιακές ομάδες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο από τις υψηλές θερμοκρασίες.
Σε αυτές περιλαμβάνονται:
- ηλικιωμένοι
- βρέφη και μικρά παιδιά
- έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες
- υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα
- εργαζόμενοι ή αθλούμενοι σε ιδιαίτερα θερμό περιβάλλον
- άτομα με καρδιαγγειακές παθήσεις
- υπερτασικοί
- διαβητικοί
- ασθενείς με πνευμονοπάθειες
- άτομα με νεφρικές ή ηπατικές παθήσεις
- άτομα με ψυχικές νόσους ή άνοια
- άτομα με αλκοολισμό ή εξαρτήσεις
- όσοι πάσχουν από οξεία λοίμωξη ή γαστρεντερίτιδα
- άτομα που λαμβάνουν φάρμακα όπως διουρητικά, αντιχολινεργικά, ψυχοφάρμακα, ινσουλίνη ή άλλα αντιδιαβητικά σκευάσματα, τα οποία ενδέχεται να απαιτούν προσαρμογή της αγωγής μετά από ιατρική συμβουλή.
Τα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοηθούν
Η έκθεση σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να οδηγήσει αρχικά σε:
- έντονο πονοκέφαλο,
- εξάντληση,
- αδυναμία,
- ζάλη,
- τάση λιποθυμίας,
- πτώση της αρτηριακής πίεσης,
- ναυτία,
- εμετούς,
- ταχυκαρδία.
Η θερμοπληξία αποτελεί επείγουσα κατάσταση και χαρακτηρίζεται από:
- θερμοκρασία σώματος άνω των 40,5°C,
- κόκκινο και ξηρό δέρμα,
- διακοπή της εφίδρωσης,
- έντονη δίψα,
- σύγχυση,
- δυσκολία στην ομιλία,
- αποπροσανατολισμό,
- σπασμούς,
- απώλεια αισθήσεων ή κώμα.
Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται άμεση μεταφορά σε νοσοκομείο, ενώ μέχρι τη διακομιδή πρέπει να εφαρμοστούν μέτρα ταχείας ψύξης του σώματος, όπως μεταφορά σε δροσερό χώρο, αφαίρεση των ρούχων, χρήση παγοκύστεων ή κρύων επιθεμάτων, δροσερό ντους ή ψεκασμός με νερό και χορήγηση μικρών ποσοτήτων δροσερών υγρών εφόσον ο ασθενής μπορεί να καταπιεί.
Οι οδηγίες προστασίας προς όλους τους πολίτες
Το Υπουργείο Υγείας συνιστά:
- παραμονή σε κλιματιζόμενους ή δροσερούς χώρους,
- ελαφριά και ανοιχτόχρωμα ρούχα,
- χρήση καπέλου,
- χρήση γυαλιών ηλίου,
- αποφυγή παρατεταμένης έκθεσης στον ήλιο,
- αποφυγή βαριάς σωματικής εργασίας,
- περιορισμό πολύωρων μετακινήσεων χωρίς κλιματισμό,
- καλή λειτουργία του κλιματισμού στα μέσα μαζικής μεταφοράς,
- συχνά χλιαρά ντους,
- ελαφριά γεύματα με φρούτα και λαχανικά,
- άφθονα υγρά,
- αποφυγή αλκοόλ,
- συμβουλή από τον θεράποντα ιατρό για όσους πάσχουν από χρόνια νοσήματα,
- καθημερινή φροντίδα των ηλικιωμένων που ζουν μόνοι,
- επαρκή κλιματισμό και φυσικό αερισμό σε χώρους εργασίας, νοσοκομεία, ιδρύματα και δομές φιλοξενίας.
Η εγκύκλιος επισημαίνει επίσης ότι όταν ο καύσωνας συνδυάζεται με αυξημένη ατμοσφαιρική ρύπανση, ιδιαίτερα όζον και αιωρούμενα σωματίδια, τα άτομα με αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα, καθώς και τα παιδιά, θα πρέπει να περιορίζουν σημαντικά τις μετακινήσεις και κάθε έντονη σωματική δραστηριότητα.
Οι οδηγίες υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν εφαρμόζονται.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι το Υπουργείο Υγείας διαθέτει πλέον ολοκληρωμένη τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του καύσωνα. Οι οδηγίες είναι συγκεκριμένες, οι αρμοδιότητες γνωστές και οι κίνδυνοι απολύτως καταγεγραμμένοι.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι τι προβλέπει η εγκύκλιος.
Είναι αν οι Δήμοι διαθέτουν επαρκείς κλιματιζόμενους χώρους για όλους όσοι τους χρειάζονται. Αν οι εργαζόμενοι σε οικοδομές, αγροτικές εργασίες και διανομές προστατεύονται πραγματικά όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τα όρια ασφαλείας. Αν οι ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι δέχονται καθημερινό έλεγχο από τις κοινωνικές υπηρεσίες. Αν τα δημόσια νοσοκομεία, τα Κέντρα Υγείας και οι δομές πρόνοιας διαθέτουν προσωπικό και υποδομές για να ανταποκριθούν στην αυξημένη πίεση.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι εγκύκλιοι επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσιες, επειδή οι ίδιες ακριβώς προκλήσεις επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι. Η κλιματική κρίση όμως δεν αφήνει πλέον περιθώρια για εποχικές παρεμβάσεις.
Η πρόληψη δεν μπορεί να περιορίζεται σε συστάσεις προς τους πολίτες. Απαιτεί σταθερή χρηματοδότηση, ανθεκτικές δημόσιες υποδομές, περισσότερους χώρους πρασίνου, σχέδια πολιτικής προστασίας, προστασία των εργαζομένων και ισχυρό σύστημα δημόσιας υγείας.
Γιατί όταν ο υδράργυρος ξεπερνά τους 40 βαθμούς, η διαφορά ανάμεσα σε μια απλή εγκύκλιο και σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο πολιτικής προστασίας μπορεί να αποδειχθεί κυριολεκτικά ζήτημα ζωής.
Συνολικά…
Η νέα εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας αποτελεί έναν πλήρη οδηγό πρόληψης απέναντι στον καύσωνα και υπενθυμίζει τις ευθύνες της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ίδιων των πολιτών. Οι οδηγίες είναι σαφείς, οι κίνδυνοι γνωστοί και οι ευάλωτες ομάδες καταγεγραμμένες. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα δεν θα κριθεί από την έκδοση ακόμη ενός διοικητικού εγγράφου, αλλά από την εφαρμογή όσων προβλέπονται στην πράξη. Η κλιματική κρίση απαιτεί μόνιμο σχεδιασμό, ανθεκτικές δημόσιες υποδομές, επαρκή χρηματοδότηση, προστασία των εργαζομένων και ισχυρές κοινωνικές υπηρεσίες που θα βρίσκονται δίπλα στους πολίτες όταν οι θερμοκρασίες γίνονται επικίνδυνες. Μόνο τότε η πρόληψη θα πάψει να είναι μια ετήσια υπενθύμιση και θα μετατραπεί σε ουσιαστική πολιτική προστασίας της δημόσιας υγείας.








