Ακυρώθηκε ο διαγωνισμός-μαμούθ για 1.000 κάμερες τροχαίας για «φωτογραφικούς» όρους στην διακήρυξη…

Ένας διαγωνισμός 88 εκατ. ευρώ κατέρρευσε πριν καν ξεκινήσει, αφήνοντας βαριά ερωτήματα για διαφάνεια, ανταγωνισμό και δημόσια διοίκηση.

Σύνοψη: Ο διαγωνισμός για την εγκατάσταση 1.000 καμερών ελέγχου τροχαίων παραβάσεων, προϋπολογισμού έως 88,1 εκατ. ευρώ, ακυρώθηκε από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης πριν την υποβολή προσφορών. Η ματαίωση ήρθε μετά από τρεις προσφυγές εταιρειών στην ΕΑΔΗΣΥ, οι οποίες κατήγγειλαν φωτογραφικές τεχνικές προδιαγραφές, αντιφατικούς όρους και σοβαρά σημεία αδιαφάνειας.

Οι ενστάσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στις προδιαγραφές των καμερών, που φέρονται να ευνοούσαν προϊόντα συγκεκριμένης εταιρείας  της «MAC…», αλλά και στις απαιτήσεις για χαλύβδινους ιστούς, στις ασαφείς διαδικασίες αξιολόγησης και στην έλλειψη σαφούς γεωγραφικού σχεδιασμού εγκατάστασης.

Ιδιαίτερα προβληματικό κρίθηκε το μοντέλο χρηματοδότησης του έργου, καθώς προβλεπόταν αποπληρωμή του αναδόχου αποκλειστικά μέσω των εισπραττόμενων προστίμων, χωρίς εγγυημένες πληρωμές από το Δημόσιο.

Η ακύρωση του διαγωνισμού θεωρείται σημαντική εξέλιξη για τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις και ταυτόχρονα αναδεικνύει τα διαχρονικά προβλήματα κακοδιοίκησης και ατελούς σχεδιασμού μεγάλων τεχνολογικών έργων.

——-

Αναλυτικά…

Σε μία από τις πλέον ηχηρές ακυρώσεις δημόσιου διαγωνισμού των τελευταίων ετών προχώρησε το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, βάζοντας τέλος, –τουλάχιστον προσωρινά–, στο σχέδιο εγκατάστασης 1.000 καμερών καταγραφής τροχαίων παραβάσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Ο διαγωνισμός, συνολικού ύψους έως 88,1 εκατ. ευρώ, κατέρρευσε πριν ακόμη κατατεθούν οικονομικές προσφορές, έπειτα από σειρά προσφυγών στην ΕΑΔΗΣΥ που κατήγγειλαν «φωτογραφικές» τεχνικές προδιαγραφές, αντιφατικούς όρους και προβληματικό μοντέλο χρηματοδότησης.

Το έργο, με τίτλο «Ενιαίο Εθνικό Σύστημα Ψηφιακής Καταγραφής & Διαχείρισης Ελέγχων & Προστίμων Τροχαίας – Ελληνικής Αστυνομίας», παρουσιάστηκε ως μία από τις μεγαλύτερες ψηφιακές παρεμβάσεις στον τομέα της οδικής ασφάλειας. Η προκήρυξη δημοσιεύθηκε στις 30 Απριλίου 2026, με αρχικό προϋπολογισμό 44,05 εκατ. ευρώ μαζί με τον ΦΠΑ και διάρκεια ενεργούς σύμβασης έξι ετών. Ωστόσο, μέσω δικαιώματος προαίρεσης, το συνολικό αντικείμενο μπορούσε να διπλασιαστεί, οδηγώντας τη σύμβαση στα 88,1 εκατ. ευρώ και σε ορίζοντα λειτουργίας έως δώδεκα έτη.

Πριν ακόμη ανοίξει η διαδικασία υποβολής προσφορών, τρεις εταιρείες προσέφυγαν στην ΕΑΔΗΣΥ, καταβάλλοντας παράβολο 15.000 ευρώ η καθεμία, ζητώντας την ακύρωση ή την αναμόρφωση των όρων. Οι ενστάσεις δεν περιορίστηκαν σε επιμέρους τεχνικά ζητήματα, αλλά αφορούσαν τον ίδιο τον πυρήνα της διακήρυξης.

Οι καταγγελίες για «φωτογραφικές» προδιαγραφές

Το πλέον σοβαρό στοιχείο των προσφυγών αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές των καμερών. Σύμφωνα με τις εταιρείες που προσέφυγαν, η διακήρυξη περιλάμβανε εξαιρετικά εξειδικευμένες απαιτήσεις για βάρος, κατανάλωση ενέργειας, αισθητήρες και λειτουργίες λογισμικού, οι οποίες –όπως υποστηρίζουν– αντιστοιχούν σχεδόν αποκλειστικά σε προϊόντα γαλλικής εταιρείας της «MAC….».

Ενδεικτικά, για κάμερες τεσσάρων λωρίδων κυκλοφορίας προβλεπόταν μέγιστο βάρος έως 4 κιλά και κατανάλωση έως 35W, ενώ για κάμερες δύο λωρίδων τα όρια μειώνονταν στα 3 κιλά και 25W αντίστοιχα. Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι δεν τεκμηριώνεται τεχνικά γιατί επιλέχθηκαν αυτά τα ακριβή όρια, τη στιγμή που σε ανάλογα έργα το κρίσιμο στοιχείο είναι η στατική επάρκεια και η επιχειρησιακή αξιοπιστία του συνολικού συστήματος και όχι συγκεκριμένα εμπορικά χαρακτηριστικά.

Οι ίδιες προσφυγές σημείωναν ότι οι απαιτήσεις αυτές παραπέμπουν σε συγκεκριμένα μοντέλα καμερών της MAC…, όπως οι σειρές QC…5 και QC..7. Παράλληλα, η διακήρυξη ζητούσε δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης για ανίχνευση χρήσης κινητού τηλεφώνου και μη χρήσης ζώνης ασφαλείας, λειτουργίες που, –σύμφωνα με τους ενδιαφερόμενους–, αντιστοιχούν σε ειδικό εμπορικό λογισμικό της ίδιας εταιρείας.

Το γεγονός αυτό δημιούργησε έντονα ερωτήματα για το κατά πόσο ο διαγωνισμός ήταν πραγματικά ανοικτός στον ανταγωνισμό ή εάν είχε σχεδιαστεί με τρόπο που ευνοούσε συγκεκριμένη τεχνολογική λύση.

Οι αντιφάσεις στις τεχνικές απαιτήσεις

Οι προσφυγές κατέγραψαν ακόμη πλήθος αντιφάσεων και ασαφειών. Σε ορισμένα σημεία η διακήρυξη απαιτούσε λειτουργίες αυτόματης εστίασης και ελέγχου διαφράγματος (P-Focus και P-Iris), ενώ σε άλλα γινόταν αποδεκτός φακός σταθερής εστίασης, κάτι τεχνικά ασύμβατο.

Παράλληλα, διαφορετικά παραρτήματα της προκήρυξης έδιναν διαφορετικές απαιτήσεις για το ίδιο χαρακτηριστικό. Σε μία περίπτωση αναφερόταν ότι το βάρος της κάμερας πρέπει να είναι ακριβώς 3,8 κιλά, ενώ αλλού προβλεπόταν μέγιστο βάρος έως 4 κιλά.

Οι εταιρείες υποστήριξαν ότι τέτοιες αντιφάσεις καθιστούν αδύνατη την ορθή προετοιμασία προσφορών και δημιουργούν πεδίο αυθαίρετης αξιολόγησης.

Οι στύλοι, τα live demo και η «ευρεία διακριτική ευχέρεια»

Αντιδράσεις προκάλεσαν και οι προδιαγραφές για τους χαλύβδινους ιστούς που θα στήριζαν τις κάμερες. Η διακήρυξη καθόριζε με λεπτομέρεια διάμετρο, ύψος, πάχος και τύπο χάλυβα, γεγονός που –κατά τις προσφυγές– προϋπέθετε ήδη προεπιλεγμένη κάμερα.

Οι ενστάσεις σημείωναν ότι σε ένα κανονικό τεχνικό έργο προηγείται η επιλογή εξοπλισμού και ακολουθεί η στατική μελέτη στήριξης και όχι το αντίστροφο.

Επιπλέον, ιδιαίτερα προβληματική θεωρήθηκε η πρόβλεψη για υποχρεωτικό live demo των συστημάτων λίγες μόλις ημέρες πριν την αξιολόγηση, με βαρύτητα 25% στη συνολική βαθμολογία. Οι προσφεύγοντες τόνισαν ότι δεν υπήρχαν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης της επίδειξης, γεγονός που άφηνε εξαιρετικά μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στην επιτροπή.

Το ζήτημα της χρηματοδότησης μέσω προστίμων

Καθοριστικό ρόλο στην κατάρρευση του διαγωνισμού φαίνεται ότι διαδραμάτισε και το χρηματοδοτικό μοντέλο. Η σύμβαση προέβλεπε ότι ο ανάδοχος θα αποπληρώνεται αποκλειστικά από τα πρόστιμα που θα εισπράττονται μέσω του συστήματος.

Οι πληρωμές θα ξεκινούσαν μετά το τρίτο έτος λειτουργίας και μόνο εφόσον υπήρχαν επαρκή έσοδα από παραβάσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, ο ανάδοχος θα λάμβανε μόνο μέρος των οφειλομένων ποσών, χωρίς κρατική εγγύηση πλήρους αποπληρωμής.

Το μοντέλο αυτό χαρακτηρίστηκε από παράγοντες της αγοράς ως μορφή «ημι-παραχώρησης» μέσω δημόσιας σύμβασης, καθώς ο ιδιώτης επενδυτής αναλάμβανε ουσιαστικά το επιχειρηματικό ρίσκο της είσπραξης προστίμων.

Ταυτόχρονα, δεν προβλεπόταν προκαταβολή, ασφαλής φασική πληρωμή, ούτε μηχανισμός αναπροσαρμογής τιμών, παρά το γεγονός ότι η σύμβαση μπορούσε να διαρκέσει έως και δώδεκα χρόνια.

Η απουσία γεωγραφικού σχεδιασμού

Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η διακήρυξη δεν προσδιόριζε πού ακριβώς θα εγκαθίσταντο οι 1.000 κάμερες. Οι εταιρείες υποστήριξαν ότι το κόστος εγκατάστασης και συντήρησης διαφοροποιείται δραματικά ανάλογα με το εάν οι κάμερες τοποθετούνται σε αστικά κέντρα, αυτοκινητοδρόμους ή απομακρυσμένες παραμεθόριες περιοχές.

Η έλλειψη αυτής της πληροφορίας θεωρήθηκε ουσιώδες κενό που επηρεάζει άμεσα τη διαμόρφωση οικονομικών προσφορών.

Η απόφαση Παπαστεργίου και το πολιτικό μήνυμα

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου αποφάσισε τη ματαίωση της διαδικασίας, επικαλούμενος το άρθρο 106 του Ν. 4412/2016 περί σφαλμάτων και παραλείψεων στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων.

Παρότι η σχετική εισήγηση δεν δημοσιοποιήθηκε, η ακύρωση ερμηνεύεται ως έμμεση παραδοχή ότι η διακήρυξη περιείχε σοβαρές νομικές και τεχνικές αδυναμίες.

Η υπόθεση αφήνει πλέον βαριά σκιά πάνω στον τρόπο σχεδιασμού μεγάλων ψηφιακών έργων του Δημοσίου. Παράλληλα, αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη διαχρονική αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να συντάσσει διαφανείς, τεχνολογικά ουδέτερες και ανταγωνιστικές προκηρύξεις, χωρίς υπόνοιες προνομιακής μεταχείρισης.

Συνολικά…

Η κατάρρευση του διαγωνισμού για τις 1.000 κάμερες δεν αποτελεί απλώς μία τεχνική αποτυχία ή μια συνηθισμένη διοικητική εμπλοκή. Αντιθέτως, λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των δομικών αδυναμιών που εξακολουθούν να συνοδεύουν σημαντικά δημόσια έργα στην Ελλάδα: ελλιπής προετοιμασία, ασαφείς τεχνικές απαιτήσεις, υπερσυγκεντρωτικές συμβάσεις και υπόνοιες περιορισμού του ανταγωνισμού.

Το γεγονός ότι ο διαγωνισμός ακυρώθηκε πριν καν φτάσει στο στάδιο υποβολής προσφορών αποδεικνύει το μέγεθος των προβλημάτων που είχαν εντοπιστεί. Παράλληλα, η επιλογή χρηματοδότησης μέσω των ίδιων των προστίμων δημιουργούσε ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο μοντέλο, στο οποίο η βιωσιμότητα του έργου συνδεόταν άμεσα με τη συνεχή παραγωγή παραβάσεων και εισπράξεων.

Η απόφαση του υπουργείου να προχωρήσει σε ματαίωση πιθανότατα απέτρεψε έναν πολυετή κύκλο δικαστικών εμπλοκών, καθυστερήσεων και πιθανών καταγγελιών περί αθέμιτης μεταχείρισης. Ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει την ανάγκη για νέο πλαίσιο σχεδιασμού ψηφιακών δημοσίων έργων, με σαφείς τεχνικές προδιαγραφές, πραγματικό ανταγωνισμό και απόλυτη θεσμική διαφάνεια.

με στοιχεία από το powergame.gr

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές