Σύνοψη: Η έκθεση του ΟΟΣΑ για το 2026 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα παραμένει χώρα με υψηλή φορολογική επιβάρυνση, ιδιαίτερα για τις οικογένειες με παιδιά. Παράλληλα, οι κοινωνικές παροχές έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα στη μείωση των φορολογικών βαρών, οδηγώντας σε χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Το φαινόμενο αυτό, σε συνδυασμό με την υψηλή έμμεση φορολογία, εξηγεί σε σημαντικό βαθμό τη δημιουργία υπερπλεονασμάτων. Το ελληνικό φορολογικό μοντέλο φαίνεται να βασίζεται περισσότερο στην επιβάρυνση των πολιτών παρά σε μια ισορροπημένη αναδιανομή, δημιουργώντας ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και τη δικαιοσύνη του.
————
Αναλυτικά….
Η πρόσφατη έκθεση «Taxing Wages 2026» του ΟΟΣΑ επαναφέρει με έντονο τρόπο στο προσκήνιο το διαχρονικό ζήτημα της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο παράγονται τα λεγόμενα υπερπλεονάσματα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το συνολικό βάρος φόρων και εισφορών στην εργασία παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Για έναν μέσο άγαμο εργαζόμενο, η επιβάρυνση διαμορφώθηκε το 2025 στο 39,3%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (35,1%). Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση σε σχέση με το 2024, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στο ανώτερο μισό των χωρών ως προς την επιβάρυνση της εργασίας.
Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα για τις οικογένειες με παιδιά. Ένα ζευγάρι με έναν εργαζόμενο και δύο παιδιά αντιμετωπίζει φορολογική επιβάρυνση 37,5%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι μόλις 26,2%. Η διαφορά αυτή τοποθετεί την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις της σχετικής κατάταξης, αποτυπώνοντας μια δομική υστέρηση στην υποστήριξη της οικογένειας μέσω του φορολογικού συστήματος.
Το πρόβλημα εντείνεται από τη χαμηλή αποτελεσματικότητα των κοινωνικών παροχών. Στην Ελλάδα, οι παροχές μειώνουν τη φορολογική επιβάρυνση μόλις κατά 1,9%, έναντι 8,9% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα αναδιανομής λειτουργεί περιορισμένα, αφήνοντας τα νοικοκυριά με υψηλότερα καθαρά φορολογικά βάρη.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής αποτυπώνεται στο διαθέσιμο εισόδημα. Από τον μικτό μισθό, ο Έλληνας εργαζόμενος διατηρεί το 76,2%, ενώ στις χώρες του ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 85,3%. Η διαφορά αυτή είναι κρίσιμη, καθώς επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση, την αποταμίευση και τελικά την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εικόνα της έμμεσης φορολογίας. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με υψηλούς συντελεστές Φόρος Προστιθέμενης Αξίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η φορολογία στα καύσιμα παραμένει σε επίπεδα που διαμορφώθηκαν κατά τη μνημονιακή περίοδο. Η επιβάρυνση αυτή δεν καταγράφεται πλήρως στις μελέτες άμεσης φορολογίας, αλλά επηρεάζει ουσιαστικά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Στο πλαίσιο αυτό, τα υπερπλεονάσματα δεν αποτελούν απλώς αποτέλεσμα δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά και προϊόν μιας έντονα επιβαρυντικής φορολογικής πολιτικής. Ένα μέρος αυτών επιστρέφει στην κοινωνία μέσω επιδομάτων, ωστόσο η ανακύκλωση αυτή δεν αναιρεί τη βασική δομή του συστήματος: υψηλή φορολόγηση, περιορισμένη αναδιανομή.
Η συζήτηση που ανοίγει αφορά όχι μόνο το ύψος των φόρων, αλλά και την ποιότητα της φορολογικής πολιτικής. Η σύγκριση με τις χώρες του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η Ελλάδα καλείται να επανεξετάσει τη σχέση μεταξύ φορολογικής επιβάρυνσης και κοινωνικών παροχών, εάν επιθυμεί να ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα και να περιορίσει τις ανισότητες.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για τη φορολογική επιβάρυνση, «Taxing Wages 2026» που δείχνει το συνολικό βάρος φόρων και εισφορών στην εργασία (εργαζόμενου + εργοδότη) προκύπτει ότι το 2025 στην Ελλάδα ήταν 39,3% για έναν μέσο άγαμο/η εργαζόμενο/η από 39,5% το 2024, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητη.
- Η επίδοση της Ελλάδας είναι πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ που ήταν στο 35,1% ενώ κατατάσσεται στην 19η από 38 χώρες. Επίσης διαπιστώνεται ότι:
- Για ζευγάρι με έναν εργαζόμενο και 2 παιδιά, η φορολογική επιβάρυνση είναι 37,5% ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 26,2%, με τη χώρα μας να έχει την 4η υψηλότερη επιβάρυνση.
- Οι παροχές προς τις οικογένειες με παιδιά που μειώνουν τη φορολογία, στην Ελλάδα έχουν το χαμηλότερο αποτέλεσμα μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ, καθώς μειώνουν το βάρος μόλις κατά 1,9% ενώ ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι στο 8,9%.
- Για οικογένεια με δύο παιδιά, ο καθαρός φορολογικός συντελεστής είναι στο 23,8%, όταν ο μέσος όρους του ΟΟΣΑ είναι στο 14,7%.
- Από τον μικτό μισθό, μετά την αφαίρεση φόρων και εισφορών, για τον Έλληνα φορολογούμενο απομένει το 76,2% του εισοδήματος, ενώ κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ απομένει το 85,3%.
Οι άγαμοι εργαζόμενοι
- Ο μέσος άγαμος εργαζόμενος στην Ελλάδα είχε καθαρό φορολογικό συντελεστή 26,1% και βρισκόταν το 2025 στη 16η θέση στον ΟΟΣΑ, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 25,1%.
- Επιπλέον, το καθαρό εισόδημα μετά φόρους και επιδόματα για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο ήταν στο 73,9% του μικτού μισθού στην Ελλάδα και στο 74,9% στον ΟΟΣΑ.
Η μελέτη του ΟΟΣΑ επικεντρώνεται στη άμεση φορολογία. Αν προστεθεί και η επίδραση της έμμεσης φορολογίας, αποδεικνύουν ξεκάθαρα, τις «πηγές» των πλεονασμάτων.
Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα έχει τον 4ο υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έναν από τους υψηλότερους συντελεστής φορολογίας καυσίμων, οι οποίοι παραμένουν σε μνημονιακά επίπεδα.
Συνολικά…
Τα δεδομένα του ΟΟΣΑ αναδεικνύουν ένα σαφές δημοσιονομικό παράδοξο: η Ελλάδα επιτυγχάνει υψηλές δημοσιονομικές επιδόσεις, αλλά με σημαντικό κόστος για το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Η υπερφορολόγηση της εργασίας και η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των κοινωνικών παροχών συγκροτούν ένα σύστημα που παράγει πλεονάσματα χωρίς να ενισχύει επαρκώς την κοινωνική συνοχή. Εάν δεν υπάρξει αναδιάρθρωση της φορολογικής πολιτικής με έμφαση στη μείωση των βαρών και την ενίσχυση των οικογενειών, το μοντέλο αυτό ενδέχεται να περιορίσει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Η πρόκληση για την οικονομική πολιτική είναι να μετατοπιστεί από τη λογική της υπεραπόδοσης στη λογική της ισορροπημένης ανάπτυξης.
Πηγή: sofokleousin.gr





