Νεανική παραβατικότητα και ναρκωτικά στα σχολεία: η αθέατη στρατολόγηση ανηλίκων και το τίμημα της αδράνειας Πολιτείας και κοινωνίας

Η στρατολόγηση ανηλίκων ως «διακινητών χαμηλού ρίσκου» στα σχολεία αποκαλύπτει μια κρίση θεσμών, πρόληψης και κοινωνικής συνοχής.
Picture of Συντ:"Σκεπτικιστής"

Συντ:"Σκεπτικιστής"

Σύνοψη: Η αυξανόμενη εμπλοκή ανηλίκων σε εγκληματικές δραστηριότητες, και ειδικότερα στη διακίνηση ναρκωτικών εντός σχολικών χώρων, συνιστά ένα από τα πλέον ανησυχητικά κοινωνικά φαινόμενα των τελευταίων ετών. Τα στοιχεία από αστυνομικές και δικαστικές αρχές καταδεικνύουν ότι ανήλικοι χρησιμοποιούνται πλέον συστηματικά ως «διακινητές χαμηλού ρίσκου», εκμεταλλευόμενοι το ευνοϊκότερο νομικό καθεστώς που τους διέπει.

Η υπόθεση στη  Λιοσίων αναδεικνύει τη δομική φύση του προβλήματος: νέοι, συχνά από ευάλωτα κοινωνικά περιβάλλοντα, εντάσσονται σε δίκτυα που εκμεταλλεύονται την απουσία εποπτείας και τη θεσμική αδυναμία. Το σχολείο, αντί να λειτουργεί ως προστατευτικός μηχανισμός, μετατρέπεται σε χώρο διείσδυσης παραβατικών πρακτικών.

Η ερμηνεία του φαινομένου δεν μπορεί να περιοριστεί σε απλουστευτικά σχήματα. Η οικογένεια, η εκπαίδευση, η κοινωνική πολιτική και η αστυνόμευση εμφανίζουν κενά που δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη αυτών των δικτύων. Η αντιμετώπιση απαιτεί συνδυασμό κατασταλτικών μέτρων και ουσιαστικής πρόληψης, με έμφαση στην επανένταξη, την εκπαίδευση και την κοινωνική συνοχή.

———-

Αναλυτικά…

Η γενιά των “αναλώσιμων”: ανήλικοι στα ναρκωτικά με ευθύνη Πολιτείας και κοινωνίας

Η εικόνα της νεανικής παραβατικότητας στην Ελλάδα μεταβάλλεται ταχύτατα και ανησυχητικά. Εκεί όπου παλαιότερα κυριαρχούσαν μεμονωμένα περιστατικά μικροπαραβάσεων, σήμερα διαπιστώνεται μια ποιοτική αναβάθμιση της εμπλοκής ανηλίκων σε οργανωμένες μορφές εγκληματικότητας. Στην κορυφή αυτής της μεταβολής βρίσκεται η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών μέσα και γύρω από σχολικά περιβάλλοντα, ένα φαινόμενο που αναδεικνύει όχι μόνο ποινικές αλλά κυρίως κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις.

γράφει ο «Σκεπτικιστής»

Η υπόθεση που ήρθε στο φως στα Λιόσια δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ενδεικτική περίπτωση μιας ευρύτερης τάσης: της συστηματικής στρατολόγησης ανηλίκων από εγκληματικά δίκτυα για τη διακίνηση μικροποσοτήτων ουσιών. Οι ανήλικοι αυτοί, μαθητές πολλές φορές, αναλαμβάνουν ρόλους «ενδιάμεσων κρίκων» – μεταφέρουν, αποθηκεύουν και διακινούν ουσίες σε συνομηλίκους τους, συχνά εντός των σχολικών συγκροτημάτων.

Το βασικό πλεονέκτημα που προσφέρουν στα δίκτυα αυτά είναι η ίδια τους η ηλικία. Το νομικό πλαίσιο για τους ανηλίκους, που ορθά εστιάζει στην αναμορφωτική και όχι στην τιμωρητική διάσταση, μετατρέπεται στην πράξη σε εργαλείο εκμετάλλευσης. Οι ενήλικοι οργανωτές παραμένουν στο παρασκήνιο, ενώ οι ανήλικοι εκτίθενται πρώτοι στον κίνδυνο σύλληψης, λειτουργώντας ως «αναλώσιμοι» κρίκοι μιας ευρύτερης αλυσίδας.

Η περίπτωση του 16χρονου που φέρεται να είχε εμπλοκή σε τέτοια κυκλώματα ήδη από μικρότερη ηλικία αναδεικνύει μια κρίσιμη διάσταση: η παραβατικότητα δεν εμφανίζεται αιφνιδίως. Αντιθέτως, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας σταδιακής πορείας αποσύνδεσης από θεσμούς και κοινωνικές δομές. Η είσοδος σε παραβατικά δίκτυα συχνά ξεκινά με «ήπιες» μορφές εμπλοκής – μικροδουλειές, μεταφορές, εξυπηρετήσεις – και σταδιακά οδηγεί σε βαθύτερη ένταξη.

Η κοινωνική διάσταση του φαινομένου είναι εξίσου σημαντική. Πολλοί από τους ανήλικους που εμπλέκονται προέρχονται από περιβάλλοντα κοινωνικής ευαλωτότητας: οικογένειες με οικονομικά προβλήματα, ελλιπή εποπτεία, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο ή εμπειρίες κοινωνικού αποκλεισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το μεταναστευτικό υπόβαθρο λειτουργεί ως επιπλέον παράγοντας δυσκολίας, όχι ως αιτία, αλλά ως συνθήκη που εντείνει την αποσύνδεση από θεσμούς ένταξης.

Ωστόσο, η ανάλυση δεν μπορεί να διολισθήσει σε απλουστευτικές ερμηνείες που εστιάζουν αποκλειστικά στην καταγωγή. Το πρόβλημα είναι δομικό. Αφορά την αδυναμία του σχολείου να λειτουργήσει ως χώρος προστασίας και ένταξης, την περιορισμένη παρουσία κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά και την έλλειψη συνεκτικής πολιτικής πρόληψης.

Το σχολείο, που παραδοσιακά θεωρείται πυλώνας κοινωνικοποίησης, φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να αδυνατεί να ανταποκριθεί στον ρόλο αυτό. Η υποστελέχωση, η έλλειψη ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, καθώς και η απουσία ουσιαστικών προγραμμάτων πρόληψης δημιουργούν ένα κενό. Σε αυτό το κενό εισέρχονται τα παραβατικά δίκτυα, προσφέροντας στους νέους κάτι που οι θεσμοί δεν καταφέρνουν: αίσθηση ταυτότητας, ένταξης και –έστω στρεβλής– «αναγνώρισης».

Παράλληλα, η αστυνόμευση των σχολικών χώρων παραμένει αποσπασματική. Αν και κατά περιόδους ενισχύεται η παρουσία των αρχών, δεν υπάρχει μια σταθερή, στρατηγική προσέγγιση που να συνδυάζει την επιτήρηση με την πρόληψη. Η απλή αύξηση της καταστολής, χωρίς συνοδευτικά μέτρα κοινωνικής πολιτικής, κινδυνεύει να μετατοπίσει το πρόβλημα χωρίς να το επιλύσει.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η οικογένεια. Η αποδυνάμωση των οικογενειακών δεσμών, είτε λόγω οικονομικής πίεσης είτε λόγω κοινωνικών μεταβολών, περιορίζει την ικανότητα εποπτείας και καθοδήγησης των νέων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ανήλικοι αναζητούν αλλού πρότυπα και δομές ένταξης – ακόμη και αν αυτές είναι παραβατικές.

Η οικονομική διάσταση δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί. Η διακίνηση μικροποσοτήτων ουσιών προσφέρει στους ανήλικους ένα άμεσο, έστω μικρό, οικονομικό όφελος. Σε περιβάλλοντα όπου οι ευκαιρίες είναι περιορισμένες, το κίνητρο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Τα εγκληματικά δίκτυα το γνωρίζουν και το εκμεταλλεύονται, προσαρμόζοντας τις πρακτικές στρατολόγησης.

Επιπλέον, η ψηφιακή εποχή έχει προσθέσει νέες διαστάσεις στο φαινόμενο. Η επικοινωνία και η οργάνωση των δικτύων γίνεται πλέον μέσω εφαρμογών και κοινωνικών δικτύων, καθιστώντας δυσκολότερο τον εντοπισμό και την παρακολούθηση. Οι ανήλικοι, εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, αξιοποιούνται ως ιδανικοί φορείς αυτών των πρακτικών.

Η πολιτεία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη πρόκληση. Από τη μία πλευρά, απαιτείται σαφής και αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Από την άλλη, είναι αναγκαία μια βαθιά επένδυση στην πρόληψη. Προγράμματα ενίσχυσης της σχολικής κοινότητας, υποστήριξη των οικογενειών, ανάπτυξη κοινωνικών υπηρεσιών και δημιουργία ευκαιριών για τους νέους αποτελούν κρίσιμα στοιχεία μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής.

Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η μονοδιάστατη καταστολή δεν αποδίδει μακροπρόθεσμα. Αντιθέτως, οι πολιτικές που συνδυάζουν εκπαίδευση, κοινωνική ένταξη και στοχευμένη επιτήρηση έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές παραμένουν αποσπασματικές και συχνά υποχρηματοδοτούμενες.

Το υπόβαθρο παραβατικότητας  όλων όσων εμπλέκονται στην υπόθεση της οδού Λιοσίων πρέπει να ιδωθεί ως προειδοποιητικό σήμα. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για ένδειξη μιας βαθύτερης κρίσης. Η νεανική παραβατικότητα δεν είναι απλώς ζήτημα ασφάλειας. Είναι αντανάκλαση κοινωνικών ανισοτήτων, θεσμικών αδυναμιών και πολιτικών επιλογών.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί πολιτική βούληση και συνέπεια. Απαιτεί επίσης αλλαγή οπτικής: από την αντιμετώπιση των ανηλίκων ως «δραστών» στην κατανόησή τους ως φορείς μιας κρίσης που τους υπερβαίνει. Αυτό δεν σημαίνει ατιμωρησία, αλλά ισορροπία μεταξύ ευθύνης και προστασίας.

Τελικά, το διακύβευμα είναι ευρύτερο. Η διείσδυση της διακίνησης ουσιών στα σχολεία υπονομεύει την ίδια τη λειτουργία της εκπαίδευσης και τη δυνατότητα των νέων να αναπτύξουν υγιείς κοινωνικές σχέσεις. Εάν το σχολείο χάσει τον ρόλο του ως ασφαλές περιβάλλον, οι συνέπειες θα είναι μακροχρόνιες και δύσκολα αναστρέψιμες.

Επιμύθιο

Η νεανική παραβατικότητα και η διακίνηση ουσιών στα σχολεία συνιστούν ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο που δεν επιδέχεται απλές λύσεις. Η στρατολόγηση ανηλίκων από εγκληματικά δίκτυα αποκαλύπτει κενά σε πολλαπλά επίπεδα: οικογενειακό, εκπαιδευτικό, κοινωνικό και θεσμικό. Η περίπτωση των συμβάντων στην οδό Λιοσίων στην Αθήνα, λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύνθετης πραγματικότητας.

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταστολή. Αν και η εφαρμογή του νόμου είναι απαραίτητη, χωρίς ουσιαστική πρόληψη το πρόβλημα θα αναπαράγεται. Η ενίσχυση των σχολείων με εξειδικευμένο προσωπικό, η στήριξη των οικογενειών, η ανάπτυξη κοινωνικών δομών και η δημιουργία ευκαιριών για τους νέους αποτελούν βασικές προϋποθέσεις.

Παράλληλα, απαιτείται μια συνολική πολιτική προσέγγιση που θα συνδέει την ασφάλεια με την κοινωνική συνοχή. Η επένδυση στους νέους δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και προϋπόθεση για τη σταθερότητα της κοινωνίας.

Εάν το φαινόμενο αφεθεί χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση, υπάρχει ο κίνδυνος παγίωσης μιας νέας γενιάς παραβατικότητας με πιο οργανωμένα και επικίνδυνα χαρακτηριστικά. Αντίθετα, μια ολοκληρωμένη στρατηγική μπορεί να αναστρέψει την τάση και να επαναφέρει το σχολείο στον φυσικό του ρόλο: ως χώρο γνώσης, ασφάλειας και κοινωνικής ένταξης.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Νεολαία, εργασία και κράτος: επιλογές ασφάλειας αντί φιλοδοξίας
Δημοτική Αστυνομία: όταν η απουσία γίνεται πολιτική επιλογή - η περίπτωση του Δήμου Περιστερίου (οι λόγοι)
Επιλογές