Απευθείας αναθέσεις: Τεχνοκρατική Ομίχλη και Αδιαφάνεια στη Δημόσια Διοίκηση με οσμές Διαφθοράς…

Η τεχνοκρατική αφαίρεση στις δημόσιες συμβάσεις λειτουργεί συχνά ως εργαλείο συγκάλυψης της έλλειψης μετρήσιμου αποτελέσματος και πραγματικής διοικητικής λογοδοσίας.
Picture of Συντ:Νίκος Παρίκος

Συντ:Νίκος Παρίκος

Σύνοψη: Το καθεστώς των απευθείας αναθέσεων έχει μετατραπεί σταδιακά σε ένα θολό πεδίο διαχείρισης δημόσιου χρήματος, όπου η τυπική νομιμότητα δεν συνοδεύεται πάντα από ουσιαστική διαφάνεια. Συμβάσεις με εξαιρετικά αφηρημένη τεχνοκρατική γλώσσα, ασαφώς οριοθετημένα αντικείμενα και περιορισμένα μετρήσιμα αποτελέσματα δημιουργούν ένα περιβάλλον διοικητικής ασάφειας.

Η πρακτική αυτή ενισχύεται από τον κατακερματισμό έργων και την επαναλαμβανόμενη χρήση απευθείας διαδικασιών, οι οποίες συχνά αποφεύγουν τον ανταγωνιστικό έλεγχο των διαγωνισμών. Παράλληλα, η συμμετοχή νεοσύστατων εταιρικών σχημάτων σε τέτοιες αναθέσεις εγείρει εύλογα ερωτήματα για την πραγματική τεχνική επάρκεια και την ουσιαστική αξιολόγηση των αναδόχων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου η γλώσσα των συμβάσεων γίνεται όλο και πιο τεχνοκρατική και δυσνόητη, ενώ η δυνατότητα ελέγχου από θεσμούς και κοινωνία περιορίζεται. Η απουσία σαφών δεικτών απόδοσης και συγκεκριμένων παραδοτέων οδηγεί σε έναν μηχανισμό δαπανών που δύσκολα αποτιμάται ως προς το πραγματικό δημόσιο όφελος.

————

Αναλυτικά…

Το σύστημα των απευθείας αναθέσεων στη δημόσια διοίκηση, αντί να λειτουργεί ως περιορισμένο εργαλείο ευελιξίας, έχει εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό συστηματικής καταφυγής εκτός διαγωνιστικών διαδικασιών. Παρότι θεσμικά προβλέπεται για συγκεκριμένες και περιορισμένες περιπτώσεις, η πρακτική εφαρμογή του σε πλήθος συμβάσεων μικρής ή μεσαίας κλίμακας δημιουργεί ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξημένη αδιαφάνεια και περιορισμένη λογοδοσία.

γράφει ο Νίκος Παρίκος

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η συχνότητα των αναθέσεων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτές διατυπώνονται. Οι συμβάσεις περιγράφονται όλο και συχνότερα με όρους όπως «μονάδα διαχείρισης γνώσης», «διάχυση οργανωσιακής πληροφορίας» ή «βελτιστοποίηση εσωτερικών διαδικασιών συνεργασίας». Πρόκειται για μια γλώσσα υπερβολικά τεχνοκρατική, σχεδόν αποκομμένη από την πραγματική διοικητική πράξη. Η πρακτική αυτή πηγαίνει σε άλλες διαστάσεις  σε ότι αφορά τους «ευρηματικούς» και ιδιαίτερα ασαφείς τίτλους  των έργων ή υπηρεσιών, στις περιπτώσεις των απευθείας αναθέσεων στους Δήμους της χώρας

Αυτό το λεξιλόγιο δεν είναι ουδέτερο. Αντίθετα, λειτουργεί ως εργαλείο αποπολιτικοποίησης και ταυτόχρονα αποσυγκέντρωσης ευθύνης. Όσο πιο ασαφές είναι το αντικείμενο, τόσο δυσκολότερος γίνεται ο έλεγχος της υλοποίησης. Όταν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα παραδοτέα, η αξιολόγηση μετατρέπεται σε τυπική διαδικασία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από την κατακερματισμένη χρήση των απευθείας αναθέσεων. Έργα που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ενιαίες διαγωνιστικές διαδικασίες τεμαχίζονται σε μικρότερες συμβάσεις, περιορίζοντας τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα είναι η συστηματική αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου.

Παράλληλα, η συμμετοχή νεοσύστατων οικονομικών φορέων σε τέτοιες διαδικασίες, αν και τυπικά επιτρεπτή, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα όταν συνδυάζεται με υψηλή αφαίρεση αντικειμένου και απευθείας ανάθεση. Η έλλειψη αποδεδειγμένης εμπειρίας, σε συνδυασμό με ασαφείς συμβατικούς όρους, καθιστά δυσχερή την ουσιαστική αξιολόγηση της ικανότητας εκτέλεσης.

Η τεχνοκρατική γλώσσα λειτουργεί ως το βασικό εργαλείο αυτής της διοικητικής θόλωσης. Αντί για σαφείς και μετρήσιμες περιγραφές έργων, κυριαρχούν έννοιες που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες. Αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα ύφους· είναι ζήτημα θεσμικής λειτουργίας. Όταν το αντικείμενο μιας σύμβασης δεν μπορεί να αποδοθεί σε συγκεκριμένα μετρήσιμα αποτελέσματα, τότε ο έλεγχος καθίσταται προσχηματικός.

Το ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων απαιτεί διαφάνεια, ανταγωνισμό και αναλογικότητα. Ωστόσο, η πρακτική δείχνει ότι αυτές οι αρχές συχνά υποχωρούν μπροστά στην ευκολία των απευθείας διαδικασιών και στη γλωσσική ασάφεια των συμβάσεων. Η απουσία ισχυρών μηχανισμών ex post αξιολόγησης επιτείνει το πρόβλημα.

Για όσους εγείρουν εκτιμήσεις ή και αμφισβητήσεις  για τα όσα αναφέρονται  στο παρόν, -έστω και γενικά, ιδιαίτερα δε ευγενικά στην διατύπωσή τους, τρανή απόδειξη η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου 2023 που είναι διαθέσιμη κάνοντας κλικ εδώ. 

Συνολικά…

Η εικόνα που αναδύεται από την πρακτική των απευθείας αναθέσεων με υψηλό βαθμό τεχνοκρατικής αφαίρεσης είναι ιδιαίτερα προβληματική για τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Το θεσμικό πλαίσιο μπορεί να προβλέπει εγγυήσεις διαφάνειας, όμως η εφαρμογή του στην πράξη δείχνει μια σταδιακή διολίσθηση προς ένα σύστημα περιορισμένου ελέγχου και αυξημένης ασάφειας.

Η χρήση τεχνοκρατικής γλώσσας δεν αποτελεί απλώς επικοινωνιακή επιλογή, αλλά εργαλείο που συχνά αποκρύπτει την απουσία συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Όταν οι συμβάσεις δεν συνοδεύονται από σαφείς δείκτες απόδοσης και μετρήσιμα παραδοτέα, η δημόσια δαπάνη μετατρέπεται σε πεδίο δύσκολης ή αδύνατης αξιολόγησης.

Ο κατακερματισμός των έργων και η συχνή προσφυγή σε απευθείας αναθέσεις περιορίζουν τον ανταγωνισμό και αποδυναμώνουν τους θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμετοχή νεοσύστατων φορέων χωρίς αποδεδειγμένη εμπειρία εντείνει τα ερωτήματα για την ποιότητα των επιλογών.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό αλλά βαθιά θεσμικό: αφορά το αν η δημόσια διοίκηση μπορεί να εγγυηθεί πραγματική λογοδοσία ή αν σταδιακά μετατοπίζεται σε ένα σύστημα όπου η τυπική νομιμότητα καλύπτει μια ουσιαστική διοικητική αδιαφάνεια.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές