Αναπροσαρμογή τελών κοιμητηρίου στο Δήμος Περιστερίου: κοινωνική ανάγκη ή δημοσιονομική πίεση; (Απόφαση)

Η τιμή της ταφής αποτυπώνει όχι μόνο οικονομικά δεδομένα, αλλά και τις πραγματικές προτεραιότητες της τοπικής εξουσίας απέναντι στην κοινωνία.

Σύνοψη: Η αναπροσαρμογή των τελών κοιμητηρίου στον Δήμο Περιστερίου για το 2026 αποκαλύπτει μια σαφή μετατόπιση προς πιο επιθετική τιμολογιακή πολιτική. Με αυξήσεις, υψηλές χρεώσεις για μη δημότες και σειρά επιμέρους επιβαρύνσεων, η δημοτική αρχή επιχειρεί να ενισχύσει τα έσοδά της, επικαλούμενη το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας. Παρά ορισμένες κοινωνικές πρόνοιες, όπως η δωρεάν ταφή παιδιών, η συνολική εικόνα παραπέμπει σε μια οικονομική προσέγγιση που μετακυλίει το βάρος στους πολίτες. Το ζήτημα εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τα όρια της ανταποδοτικότητας και τον ρόλο της αυτοδιοίκησης σε ένα τόσο ευαίσθητο πεδίο.

———–

Αναλυτικά…

Η διαχείριση του θανάτου αποκαλύπτει πολλά για τον τρόπο που διοικείται η ζωή.

Η απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής του Δήμος Περιστερίου για την αναπροσαρμογή των τελών κοιμητηρίου το 2026 δεν είναι απλώς μια διοικητική πράξη. Είναι μια πολιτική επιλογή με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα – και, κυρίως, με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά.

Επισήμως, η απόφαση στηρίζεται στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο που επιβάλλει στους δήμους την ευθύνη λειτουργίας και συντήρησης των κοιμητηρίων . Στην πράξη, όμως, λειτουργεί ως ένας μηχανισμός μετακύλισης κόστους στους πολίτες, σε ένα πεδίο όπου η διαπραγμάτευση είναι ανύπαρκτη: τον θάνατο.

Τα νέα τέλη αποτυπώνουν μια καθαρή ιεράρχηση. Οι δημότες πληρώνουν 160 ευρώ για τριετή ταφή, οι κάτοικοι 230 ευρώ και οι μη κάτοικοι 600 ευρώ . Η διαφορά δεν είναι απλώς διοικητική – είναι πολιτική. Δημιουργεί ένα σύστημα πολλαπλών ταχυτήτων ακόμη και μετά θάνατον, όπου η ιδιότητα του πολίτη καθορίζει την «τιμή» της τελευταίας κατοικίας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συνολική δομή των χρεώσεων. Παράταση ταφής με 110 ευρώ τον μήνα, φύλαξη οστών έως 150 ευρώ ετησίως, επιπλέον κόστη για ψυκτικούς θαλάμους και καθαριότητα . Το αποτέλεσμα είναι μια αθροιστική επιβάρυνση που, για πολλές οικογένειες, μετατρέπεται σε πραγματικό οικονομικό βάρος.

Η μόνη σαφής κοινωνική εξαίρεση αφορά τις ταφές παιδιών έως 10 ετών, που παραμένουν δωρεάν. Πρόκειται για μια αυτονόητη πρόβλεψη, η οποία όμως δεν αρκεί για να εξισορροπήσει τη συνολική εικόνα. Διότι το βασικό ερώτημα παραμένει: μέχρι ποιο σημείο μπορεί ένας δήμος να κοστολογεί μια τόσο ευαίσθητη υπηρεσία; (για να δείτε την απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής, κάντε κλικ εδώ)        

Η απάντηση που δίνεται, έστω έμμεσα, είναι σαφής: όσο απαιτείται για να καλυφθούν τα οικονομικά του. Σε ένα περιβάλλον περιορισμένης κρατικής χρηματοδότησης, οι δήμοι μετατρέπουν τις βασικές υπηρεσίες σε πεδία είσπραξης. Τα κοιμητήρια, λόγω της φύσης τους, προσφέρουν μια «ασφαλή» πηγή εσόδων – κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη χρήσης τους.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πολιτικό ζήτημα. Η επιλογή να αυξηθούν τα τέλη, –και μάλιστα με τόσο έντονες διαφοροποιήσεις–, δεν είναι ουδέτερη. Αντιθέτως, αντανακλά μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης: όχι ως φορέα κοινωνικής προστασίας, αλλά ως διαχειριστή κόστους.

Η ύπαρξη αρνητικής ψήφου στη συνεδρίαση επιβεβαιώνει ότι αυτή η επιλογή δεν ήταν αυτονόητη. Υπήρξε διαφωνία –και αυτή η διαφωνία είναι πολιτικά σημαντική. Δείχνει ότι ακόμη και εντός της διοίκησης αναγνωρίζεται το βάρος της απόφασης.

Τελικά, η υπόθεση των τελών κοιμητηρίου στο Περιστέρι λειτουργεί ως μικρογραφία ενός ευρύτερου προβλήματος. Όταν οι δήμοι καλούνται να ισορροπήσουν χωρίς επαρκείς πόρους, η λύση συχνά είναι η αύξηση των τελών. Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει –και πόσο.

Και στην περίπτωση αυτή, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: πληρώνουν οι πολίτες. Ακόμη και στην πιο δύσκολη στιγμή τους.

Συνολικά…

Η πολιτική για τα τέλη κοιμητηρίου στο Περιστέρι δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: η οικονομική λογική υπερισχύει της κοινωνικής. Παρά τις επιμέρους εξαιρέσεις, η συνολική δομή των χρεώσεων μετατρέπει μια βασική δημόσια υπηρεσία σε μηχανισμό εσόδων με έντονα άνισες επιπτώσεις. Το ζήτημα δεν είναι αν οι δήμοι πρέπει να καλύπτουν τα κόστη τους – αυτό είναι δεδομένο. Το ζήτημα είναι πώς και σε βάρος ποιων. Και εδώ, η απάντηση δείχνει μια αυτοδιοίκηση που μετακυλίει το βάρος προς τα κάτω, αποφεύγοντας τη σύγκρουση με τις δομικές αιτίες της υποχρηματοδότησης. Σε τελική ανάλυση, η διαχείριση του θανάτου αποκαλύπτει πολλά για τον τρόπο που διοικείται η ζωή.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές