Σύνοψη: Το ελληνικό Δημόσιο εκχωρεί ολοένα και περισσότερες κρίσιμες λειτουργίες σε ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες, δημιουργώντας ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης με αυξημένο κόστος και μειωμένη διαφάνεια. Σύμφωνα με την έκθεση «Consultocracy» των οργανώσεων Vouliwatch και Solomon, η δαπάνη για συμβουλευτικές υπηρεσίες αυξήθηκε εκρηκτικά από 3,4 εκατ. ευρώ το 2017 σε σχεδόν 600 εκατ. ευρώ ετησίως το 2024 και το 2025.
Η αύξηση αυτή συνοδεύεται από μαζική χρήση απευθείας αναθέσεων, που φτάνουν το 62,4% των συμβάσεων, περιορίζοντας τον ανταγωνισμό και ενισχύοντας ένα κλειστό σύστημα συνεργασιών. Παρότι 1.266 εταιρείες συμμετείχαν, το 96% της συνολικής αξίας συγκεντρώνεται σε μόλις δέκα εταιρείες, δημιουργώντας δομική εξάρτηση του κράτους από συγκεκριμένους ιδιωτικούς παρόχους.
Κεντρικοί φορείς όπως η Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε. και μεγάλα υπουργεία οδηγούν τη δαπάνη, επιβεβαιώνοντας ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες έχουν πλέον στρατηγικό ρόλο στη χάραξη πολιτικής. Το φαινόμενο υποδηλώνει μια βαθιά μετατόπιση εξουσίας: από τη δημόσια διοίκηση σε ιδιωτικά δίκτυα τεχνογνωσίας.
———
Αναλυτικά…
Το ελληνικό Δημόσιο εκχωρεί ολοένα και περισσότερες κρίσιμες λειτουργίες του σε ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες — με εκρηκτική αύξηση κόστους και εντυπωσιακή συγκέντρωση της αγοράς σε ελάχιστους παίκτες. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αποτελεί απλώς τεχνοκρατική επιλογή, αλλά συνιστά βαθιά πολιτική μεταβολή στον τρόπο άσκησης της διακυβέρνησης.
γράφει ο “Επίκουρος ο Αναμοχλεύς”
Πως άνθισε το «τέρας» των συμβούλων επί Κυβερνήσεων Μητσοτάκη…
10 εταιρείες «κατάπιαν» 1,5 δισ. από το Δημόσιο για «Συμβουλές» και Μελετούλες (πάντα με απευθείας ανάθεση), με την κυβέρνηση να διακηρύσσει ότι έβαλε τέλος στη γραφειοκρατία.
Τα στοιχεία όμως αποκαλύπτουν ότι στη θέση της αναδύθηκε ένα άλλο, πολύ πιο ακριβό σύστημα… η «συμβουλοκρατία».
Η έκθεση «Consultocracy» των Vouliwatch και Solomon χαρτογραφεί για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο αυτό που πολλοί γνώριζαν εμπειρικά. Το ελληνικό Δημόσιο εκχωρεί ολοένα και περισσότερες κρίσιμες λειτουργίες του σε ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες -με εκρηκτική αύξηση κόστους και εντυπωσιακή συγκέντρωση της αγοράς σε ελάχιστους παίκτες. (για να δείτε την έκθεση «Consultocracy» κάντε κλικ εδώ)
Από τα 3,4 εκατ. στα 600 εκατ. σε οκτώ χρόνια
Τα αριθμητικά δεδομένα είναι αποκαλυπτικά και δύσκολα αμφισβητήσιμα:
- Το 2017 καταγράφονται μόλις 90 συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών, συνολικής αξίας 3,4 εκατ. ευρώ — και καμία με απευθείας ανάθεση.
- Το 2024 οι συμβάσεις φτάνουν τις 569, με κόστος σχεδόν 600 εκατ. ευρώ.
- Το 2025 ανέρχονται σε 613, με δαπάνη άνω των 585,5 εκατ. ευρώ.
Μέσα σε οκτώ χρόνια, ο αριθμός των συμβάσεων εξαπλασιάστηκε. Το κόστος όμως εκτινάχθηκε κατά 17.000%. Η αύξηση της δαπάνης δεν είναι απλώς ποσοτική… είναι ποιοτική. Το Δημόσιο δεν αναθέτει μόνο περισσότερες υπηρεσίες, αναθέτει υπηρεσίες μεγαλύτερης αξίας, μεγαλύτερης διάρκειας και μεγαλύτερης επιρροής στη χάραξη πολιτικής.
Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής, με υπερδιπλασιασμό των συμβάσεων το 2022. Όμως το ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι τα επίπεδα αυτά διατηρήθηκαν και μετά την κρίση. Η εξαίρεση έγινε κανόνας.
Δύο στις τρεις συμβάσεις χωρίς διαγωνισμό
Από τις 3.079 συμβάσεις της περιόδου 2017–2025, οι 1.920, – δηλαδή το 62,4%-, δόθηκαν με απευθείας ανάθεση με βάση τα τρία Χ. Χωρίς διαγωνιστική διαδικασία. Χωρίς ευρεία συμμετοχή. Χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό.
Η απευθείας ανάθεση είναι θεσμικά προβλεπόμενη. Όμως η συστηματική χρήση της περιορίζει την ανοικτότητα της αγοράς και θολώνει τα όρια της λογοδοσίας. Όταν η πλειονότητα των συμβάσεων περνά χωρίς ανταγωνιστική διαδικασία, γεννάται εύλογα το ερώτημα εάν πρόκειται για ταχύτερη διοίκηση ή για ένα κλειστό κύκλωμα επαναλαμβανόμενων συνεργασιών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση χρήσης συμβούλων, ωστόσο η ένταση και η συγκέντρωση του φαινομένου προκαλούν ερωτήματα. Σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, η χρήση συμβουλευτικών υπηρεσιών συνοδεύεται από αυστηρότερες διαδικασίες ελέγχου και διαφάνειας, ενώ η εξάρτηση από συγκεκριμένους παρόχους παραμένει σαφώς περιορισμένη.
Υπάρχουν 1.266 εταιρείες, αλλά το 96% των συμβάσεων πάει μόνο σε 10
Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα της έκθεσης δεν είναι το συνολικό ποσό των 1,56 δισ. ευρώ. Είναι η κατανομή του. Παρότι 1.266 διαφορετικές εταιρείες έλαβαν συμβάσεις, οι δέκα πρώτες συγκεντρώνουν σχεδόν 1,5 δισ. ευρώ — περίπου το 96% της συνολικής αξίας.
Η κάθε μία από αυτές έχει από 20 έως πάνω από 90 συμβάσεις, με συνολική αξία που κυμαίνεται από 65,4 εκατ. έως 222,8 εκατ. ευρώ. Αυτό δεν συνιστά απλώς ανισότητα. Συνιστά δομική εξάρτηση. Ένα μικρό σύμπλεγμα εταιρειών φαίνεται να διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της δημόσιας δαπάνης σε συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Η «αγορά» λειτουργεί με ιεραρχία, όχι με ισόρροπη κατανομή. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι το εύρημα αυτό δείχνει πως η «συμβουλοκρατία» δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο, αλλά παγιωμένο μοντέλο λειτουργίας.
Ποιοι φορείς οδηγούν τη δαπάνη
Στην κορυφή των δημόσιων φορέων βρίσκεται η Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε., υπό την εποπτεία του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με δαπάνες άνω των 483 εκατ. ευρώ — σχεδόν το ένα τρίτο του συνόλου.
Ακολουθούν:
- Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (371 εκατ. ευρώ)
- Το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών (119 εκατ. ευρώ)
- Το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου (82,2 εκατ. ευρώ)
- Ο ΕΦΚΑ (74,6 εκατ. ευρώ)
Στην πρώτη δεκάδα βρίσκονται επίσης τα υπουργεία Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών, Τουρισμού, Εργασίας και Παιδείας. Πρόκειται για φορείς που διαχειρίζονται κρίσιμους πόρους, ευρωπαϊκά κονδύλια και μεγάλα αναπτυξιακά έργα, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την προσφυγή σε εξωτερικούς συμβούλους.
Ωστόσο, η ένταση του φαινομένου υποδηλώνει κάτι βαθύτερο: τη σταδιακή αποδυνάμωση της εσωτερικής διοικητικής ικανότητας του κράτους.
Μετατόπιση εξουσίας…;
Η συγκέντρωση αυτή δεν οφείλεται μόνο σε λίγες «γίγαντες» συμβάσεις. Προκύπτει από συνδυασμό υψηλού αριθμού αναθέσεων και αυξημένης μέσης αξίας. Πρόκειται για φορείς που βρίσκονται στον πυρήνα σχεδιασμού και υλοποίησης σύνθετων δημόσιων πολιτικών —άρα η εξάρτηση από εξωτερικούς συμβούλους αποκτά στρατηγική διάσταση.
Η «Consultocracy» περιγράφει μια μετατόπιση εξουσίας. Από τη μόνιμη δημόσια διοίκηση σε εξωτερικούς αναδόχους. Από την εσωτερική θεσμική γνώση σε ιδιωτικά δίκτυα τεχνογνωσίας που επαναλαμβάνονται από σύμβαση σε σύμβαση. Η εξέλιξη αυτή έχει πολλαπλές συνέπειες.
- Πρώτον, επηρεάζει τη λογοδοσία: όταν ο σχεδιασμός πολιτικής εκχωρείται σε ιδιώτες, η ευθύνη καθίσταται πιο διάχυτη.
- Δεύτερον, δημιουργεί κινδύνους για τη βιωσιμότητα της δημόσιας διοίκησης, καθώς η συνεχής εξάρτηση από εξωτερικούς συνεργάτες αποδυναμώνει τη συσσώρευση γνώσης στο εσωτερικό του κράτους.
- Τρίτον, εγείρει ζητήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι ιδιωτικές εταιρείες δεν λογοδοτούν άμεσα στους πολίτες, ωστόσο επηρεάζουν καθοριστικά πολιτικές αποφάσεις.
Η γραφειοκρατία μπορεί να μειώθηκε στα χαρτιά. Αλλά στη θέση της φαίνεται να οικοδομήθηκε ένα ακριβό, συγκεντρωτικό και λιγότερο διαφανές σύστημα.
Συνολικά…
Η ανάδυση της «συμβουλοκρατίας» στο ελληνικό Δημόσιο δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική επιλογή διαχείρισης έργων, αλλά μια βαθιά θεσμική μεταβολή με πολιτικές, οικονομικές και διοικητικές προεκτάσεις. Η εκρηκτική αύξηση των δαπανών, η εκτεταμένη χρήση απευθείας αναθέσεων και η ακραία συγκέντρωση της αγοράς σε λίγες εταιρείες συγκροτούν ένα νέο μοντέλο άσκησης εξουσίας.
Το κράτος φαίνεται να μετασχηματίζεται από παραγωγός πολιτικής σε διαχειριστή συμβάσεων. Η γνώση, η τεχνογνωσία και εν τέλει η επιρροή μεταφέρονται εκτός δημόσιου τομέα, δημιουργώντας μια δομική εξάρτηση που δύσκολα ανατρέπεται.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι σύμβουλοι είναι χρήσιμοι — σε πολλές περιπτώσεις είναι. Το ερώτημα είναι ποια είναι τα όρια, οι κανόνες και οι εγγυήσεις διαφάνειας. Χωρίς αυτά, η «συμβουλοκρατία» κινδυνεύει να λειτουργήσει ως ένα παράλληλο, αθέατο σύστημα εξουσίας.
Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι σαφής: εξισορρόπηση μεταξύ αποτελεσματικότητας και δημοκρατικής λογοδοσίας. Διαφορετικά, το κόστος δεν θα είναι μόνο δημοσιονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό.
Πηγή στοιχείων: bankingnews.gr




