Η κοινωνία της άρνησης: όταν το ψεύδος γίνεται ταυτότητα

Η άρνηση της πραγματικότητας δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική στάση, αλλά ένα βαθύ κοινωνικό σύμπτωμα. Αντανακλά την αδυναμία διαχείρισης της διάψευσης, τον φόβο απώλειας ταυτότητας και την ανάγκη διατήρησης ψυχολογικής ισορροπίας μέσω αφηγημάτων.
Picture of Συντ:Νίκος Παρίκος

Συντ:Νίκος Παρίκος

Σύνοψη: Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, η αλήθεια δεν αμφισβητείται απλώς —αντικαθίσταται. Το φαινόμενο της συλλογικής άρνησης της πραγματικότητας, της ωραιοποίησης γεγονότων και της μετατροπής του ψεύδους σε κοινωνικά αποδεκτή αφήγηση, θεματικά και θεματολογικά, από την πολιτική έως την καθημερινότητα, πιστοποιεί ότι πλέον η κοινωνία ή τουλάχιστον  μερίδα της,  φαίνεται να προτιμά το βολικό αφήγημα από την επώδυνη αλήθεια. Στο παρόν ο συντάκτης εξετάζει ένα διαρκώς εντεινόμενο κοινωνικό φαινόμενο: την άρνηση της πραγματικότητας και την αντικατάστασή της από επιθυμητές αφηγήσεις. Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, γεγονότα που καταγράφονται και τεκμηριώνονται συχνά απορρίπτονται ή επανανοηματοδοτούνται, ώστε να ταιριάζουν σε ιδεολογικές ανάγκες και ψυχολογικές άμυνες. Η αλήθεια δεν λειτουργεί πλέον ως κοινός τόπος, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το ψεύδος δεν βιώνεται ως λάθος αλλά ως «εναλλακτική αλήθεια», ενώ η αυτοκριτική εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Το φαινόμενο συνδέεται με βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες: την ανάγκη ταύτισης, τον φόβο αποδοχής της διάψευσης και την αποφυγή της ευθύνης. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που δεν μαθαίνει από τα λάθη της, αλλά τα αναπαράγει, ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο πόλωσης και σύγχυσης.

 

———–

Αναλυτικά…

Όταν το ψεύδος δεν χρειάζεται να είναι πειστικό· αρκεί να είναι χρήσιμο.

Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο να αμφισβητείς την πραγματικότητα και στο να την αρνείσαι. Η πρώτη αποτελεί κινητήρια δύναμη της προόδου· η δεύτερη, μηχανισμό στασιμότητας. Στη σύγχρονη κοινωνία, ωστόσο, η διάκριση αυτή μοιάζει να έχει χαθεί. Όλο και πιο συχνά, η πραγματικότητα δεν ελέγχεται, αλλά αναδιαμορφώνεται — όχι βάσει στοιχείων, αλλά βάσει επιθυμίας.

γράφει ο  “Νίκος Παρίκος”

Το φαινόμενο αυτό, -της ουσιαστικής αρνησικυρίας των αληθινών «πραγμάτων»-, δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους ή ιδεολογίες. Είναι βαθύτερο, σχεδόν πολιτισμικό. Όταν γεγονότα που έχουν καταγραφεί, ειπωθεί ή ακόμη και ομολογηθεί, απορρίπτονται ως «σκευωρία» ή «κατασκευή», τότε δεν έχουμε απλώς διαφωνία. Έχουμε μετατόπιση της ίδιας της έννοιας της αλήθειας.

Σε αυτό το περιβάλλον, το ψεύδος δεν χρειάζεται να είναι πειστικό· αρκεί να είναι χρήσιμο. Χρήσιμο για να διατηρηθεί μια συλλογική ταυτότητα, να αποφευχθεί η ενοχή, να προστατευτεί μια ιδεολογική επένδυση. Η αλήθεια, αντίθετα, γίνεται επικίνδυνη — όχι επειδή είναι ανακριβής, αλλά επειδή είναι δυσάρεστη.

Η κοινωνική ψυχολογία έχει εδώ τον πρώτο λόγο. Η γνωστική ασυμφωνία, -η ένταση που προκαλείται όταν οι πεποιθήσεις μας συγκρούονται με την πραγματικότητα-, οδηγεί συχνά σε μηχανισμούς άμυνας. Αντί να αλλάξουμε άποψη, αλλάζουμε την ερμηνεία των γεγονότων. Αντί να αποδεχτούμε το λάθος, αμφισβητούμε το πλαίσιο.

Αυτό εξηγεί γιατί η αποκάλυψη αντιφάσεων ή λαθών δεν οδηγεί απαραίτητα σε αυτοκριτική. Αντιθέτως, συχνά ενισχύει την προσκόλληση στην αρχική θέση. Όσο πιο ισχυρή είναι η ταύτιση με μια ιδεολογία ή μια πολιτική αφήγηση, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η αποδοχή της διάψευσης.

Παράλληλα, η δημόσια σφαίρα έχει μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνιστικών αφηγήσεων. Τα μέσα ενημέρωσης, τα κοινωνικά δίκτυα και οι πολιτικοί φορείς δεν λειτουργούν απλώς ως φορείς πληροφόρησης, αλλά ως παραγωγοί νοήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η «αλήθεια» γίνεται σχετική — εξαρτάται από το ποιος την λέει και σε ποιον απευθύνεται.

Η ωραιοποίηση της πραγματικότητας αποτελεί φυσική συνέπεια αυτής της διαδικασίας. Δύσκολες ή επώδυνες καταστάσεις παρουσιάζονται ως «αναγκαίες», «παρεξηγημένες» ή ακόμη και «επιτυχίες». Η αποτυχία μεταμφιέζεται σε στρατηγική επιλογή, και το λάθος σε «εναλλακτική προσέγγιση». Η γλώσσα παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο: δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα, την ανακατασκευάζει.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αντιστροφή των εννοιών. Το ψεύδος βαφτίζεται «άποψη», η προπαγάνδα «ενημέρωση», η ευθύνη «στοχοποίηση». Σε αυτό το πλαίσιο, η διάκριση μεταξύ αλήθειας και ψεύδους δεν καταργείται — απλώς χάνει τη σημασία της. Όλα γίνονται θέμα ερμηνείας.

Το τίμημα αυτής της κατάστασης είναι βαρύ. Μια κοινωνία που δεν αναγνωρίζει τα λάθη της δεν μπορεί να εξελιχθεί. Μια πολιτική κουλτούρα που απορρίπτει την αυτοκριτική δεν μπορεί να βελτιωθεί. Και ένα δημόσιο πεδίο όπου η αλήθεια είναι διαπραγματεύσιμη δεν μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά.

Η έξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο δεν είναι εύκολη. Απαιτεί επαναφορά της αξίας της αλήθειας ως κοινής βάσης, ενίσχυση της κριτικής σκέψης και — κυρίως — αποδοχή της ευθύνης. Διότι, στο τέλος, η πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή την αρνούμαστε. Αλλάζει μόνο όταν την αντιμετωπίζουμε.

Επιμύθιο

Η άρνηση της πραγματικότητας δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική στάση, αλλά ένα βαθύ κοινωνικό σύμπτωμα. Αντανακλά την αδυναμία διαχείρισης της διάψευσης, τον φόβο απώλειας ταυτότητας και την ανάγκη διατήρησης ψυχολογικής ισορροπίας μέσω αφηγημάτων. Όμως αυτή η επιλογή έχει κόστος: διαβρώνει την εμπιστοσύνη, υπονομεύει τον δημόσιο διάλογο και παγιδεύει την κοινωνία σε έναν κύκλο επανάληψης λαθών.

Η επανασύνδεση με την πραγματικότητα δεν είναι εύκολη ούτε ανώδυνη. Προϋποθέτει παιδεία, θεσμική αξιοπιστία και κυρίως πολιτισμική ωριμότητα. Χωρίς αυτά, η κοινωνία θα συνεχίσει να επιλέγει το βολικό ψέμα έναντι της δύσκολης αλήθειας -και να πληρώνει το τίμημα αυτής της επιλογής.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές