27 Απριλίου, 2026 18:34

Φώτης Σπύρου: «Μην Κλείνεις τα Μάτια» (Μονόλογος: Η σιωπή σκοτώνει. Και εγώ… δεν θα ξαναζήσω σιωπηλή)

Μοιραστείτε την ανάρτηση:

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ / Φώτης Σπύρου

(Στέκεται όρθια. Φως ψυχρό, πάνω της σαν από προβολέα δικαστηρίου. Κρατάει κάποιες σημειώσεις που κοιτάζει αφηρημένα. Σιωπή. Παίρνει ανάσα.) Η σιωπή δεν προστατεύει. Η σιωπή θάβει. Και εγώ δεν θάβομαι. Σήμερα μιλάω. Και δεν γυρίζω πίσω.

ΓΥΝΑΙΚΑ:
Κυρία Πρόεδρε…

Δεν βρίσκομαι εδώ για να εκδικηθώ.

Δεν βρίσκομαι εδώ, για να σας προκαλέσω την λύπηση.

Βρίσκομαι εδώ, γιατί για χρόνια η φωνή μου έτρεμε και θέλω σήμερα, έστω και με κόπο να ακουστεί.

Να ακουστεί η αλήθεια μου.

Βρίσκομαι εδώ, για να διεκδικήσω την δικαιοσύνη που μου στερήθηκε.                                      

Βρίσκομαι εδώ για να σταματήσει αυτό που μ’ έλιωσε.

Δεν ξέρω πως περιμένετε να μιλήσω… Ήρεμα; Με ντροπή; Με σπασμένη φωνή;

Θα σας ζητήσω συγνώμη που θα μιλήσω με ταραχή.

Θα σας ζητήσω ακόμα συγνώμη, που θα σας αναστατώσω…

(σαν να μονολογεί) Για χρόνια ζητούσα συγνώμη για πράγματα που δεν έκανα…

Σήμερα θα μιλήσω τσακισμένη, πληγωμένη, αλλά όρθια.
Αυτός, που κάθεται εκεί (δείχνει) νομίζει πως θα μιλήσω σιγά, όπως μιλούσα τόσα χρόνια.
Αλλά αυτό, τελείωσε.

Τελείωσε την μέρα που κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, και δεν αναγνώρισα τα μάτια μου.

Τότε, που η ψυχή μου πονούσε από το βάρος του φόβου που έκρυβε μέσα της.

Θέλετε αλήθεια;
Θα την ακούσετε.
Και δεν θα είναι όμορφη.

Θα με ρωτήσετε «πώς ξεκίνησε;»…
Δεν ξεκίνησε με χαστούκι.
Ούτε με σπρώξιμο.
Ξεκίνησε με μια φράση.
Μικρή. Αθώα,  δήθεν…
«Βούλωστο. Όταν μιλάω εγώ, εσύ θα σωπαίνεις…»
Κι εγώ γέλασα. Γιατί πίστεψα ότι ήταν αστείο.
Έπειτα έγινε «Μην ντύνεσαι έτσι. Θα προκαλέσεις…»,
«Με ποιον μιλάς;»,

«Που κοιτάς;»
«Πού πας;» «Δεν θα βγεις με τις φίλες σου…»

Μικρές προτάσεις.
Μικρές ρωγμές.

Νόμιζα πως ήταν από αγάπη. Από νοιάξιμο…

Έλεγε πως με αγαπάει. Πως δεν θέλει να με χάσει…

Τότε μου φάνηκε όμορφο αυτό το ενδιαφέρον.

Μετά… ήρθαν οι πρώτες σπρωξιές, μια τσιμπιά, ένα χαστούκι…

Του εξήγησα πως μια γυναίκα θέλει να την αγαπούν.

Όχι να την μαλώνουν, να την κτυπούν, ούτε να την κλειδώνουν…

Ζούσα μέσα σε ένα σπίτι και ενώ έλεγα μέσα μου, «είμαι ασφαλής», παράλληλα έτρεμαν τα πόδια μου από φόβο…
Ξέρετε πώς είναι να μετράς κάθε βήμα, κάθε ανάσα, κάθε λέξη…
Μη γίνει κάποιο λάθος και σκάσει η καταιγίδα;

Στην αρχή ούρλιαζε.
Μετά χτυπούσε πράγματα.
Μετά εμένα.
Αλλά δεν το λες με τη μία, «με χτύπησε».
Το λες: «Είχε άσχημη μέρα».
‘Η αυτό το αφελές, «Φταίω κι εγώ που του μίλησα έτσι».
«Δεν μετράει σαν βία αν μετά μου ζητάει συγγνώμη, σωστά;»

Ναι. Μετράει. Είναι βία.

Υπήρχαν και κάποιες στιγμές τρυφερότητας αλλά κι αυτές μύριζαν ψέμα…
Είναι βία όταν φοράς μακρυμάνικο καλοκαίρι για να κρύψεις μελανιές.
Είναι βία όταν κάνεις ησυχία για να μην τον ενοχλήσεις.
Είναι βία όταν αρχίζεις να μοιάζεις με τη σκιά του εαυτού σου.

Όταν μου είπε «Μην φοράς αυτό, σε κοιτάνε»,
είπα δεν είναι κάτι, ζηλεύει.
Μετά το είπε πιο σκληρά:
«Σε κοιτάνε γιατί φέρεσαι σαν…»
Δεν θα το επαναλάβω.
Δεν του χαρίζω πια τη λέξη.

Τη μέρα που με άρπαξε από τον λαιμό…
(Σιωπή. Κοιτάει το κενό.)
Δεν φοβήθηκα ότι θα πεθάνω.
Φοβήθηκα ότι θα ζήσω άλλο ένα τέτοιο βράδυ.

Και τότε… κάτι έσπασε.
Όχι στο πρόσωπο. Εκεί το ήξερα ήδη.
Έσπασε μέσα μου.
Εκεί, που είχα αφήσει λίγο χώρο για ελπίδα.
Κι όταν σπάει αυτό… ξεκινάς να μαζεύεις τον εαυτό σου από το πάτωμα.

Είμαι εδώ, γιατί άλλες γυναίκες δεν μπόρεσαν να έρθουν.
Γιατί έγινε πρωτοσέλιδο το όνομά τους.
Γιατί τις μέτρησαν σε αριθμούς.
Κι εγώ αρνούμαι να γίνω αριθμός.

(Σηκώνει το βλέμμα, σταθερή.)

Γι’ αυτό μιλάω.
Γιατί αν σωπάσω, τότε νίκησε.
Και δεν θα του κάνω αυτό το δώρο.

Θέλω να γραφτεί στα πρακτικά,
να ακουστεί καθαρά:
Η σιωπή σκοτώνει.
Και σήμερα, επιτέλους μιλάω.

—————

(Παύση. Κλείνει τα μάτια. Μια μικρή, πικρή ανάσα ανακούφισης.)

Και δεν γυρίζω πίσω.

Οι προσβολές του έγιναν σημάδια που δεν φαίνονται πια στο δέρμα, αλλά βαραίνουν την ψυχή.

Και αυτά τα σημάδια με έφεραν σήμερα εδώ…
Οι λυγμοί που άρχισαν να μαζεύονται… με έπνιγαν…

Οι εκρήξεις του έγιναν η καθημερινότητά μου, ένας φόβος που έμαθα να κρύβω για να επιβιώνω.

Κάποιο βράδυ ξέρετε τι μου είπε;
«Θέλω να είσαι μόνο δική μου».
Το «δική μου» τότε μ’ έκανε να νιώσω ξεχωριστή.
Αργότερα έμαθα ότι «δική μου» σήμαινε
κλειδωμένη,
ακίνητη,
σιωπηλή.

(Παύση)

Θα σας μιλήσω και για τον φόβο.
Εκείνον τον καθημερινό,
τον αθόρυβο,
που δεν φαίνεται σε φωτογραφίες.
Τον φόβο που σε κάνει να περπατάς στις μύτες,
να σβήνεις τη δική σου φωνή,
να προσέχεις το βλέμμα σου μη φανεί ότι σκέφτεσαι.

Γιατί στη δική μου ζωή, σκέψη σημαίνει κατηγορία.
Κάθε ανάσα, μπορεί να γίνει πιθανή αφορμή.

Ξέρετε πόσες φορές σηκώθηκε να με χτυπήσει και εγώ ανήμπορη περίμενα τον πόνο.
Και το να περιμένεις τον πόνο, είναι χειρότερο από τον ίδιο τον πόνο.

Θα μου πείτε «Γιατί δεν έφυγες;»
Ξέρετε πόσο εύκολη είναι αυτή η ερώτηση;
Μια φράση που χωράει σε ένα δευτερόλεπτο.
Μια ζωή όμως, που δεν χωράει πουθενά.
Δεν έφυγα γιατί νόμιζα ότι μ’ αγαπάει.
Γιατί ντρεπόμουν. Γιατί δεν ήθελα να μαρτυρήσω όλα όσα περνούσα.

Δεν είχα την δύναμη. Φοβόμουν, μπερδευόμουν.

Ήλπιζα πως θα αλλάξει… κάποια μέρα… ίσως περνώντας τα χρόνια…

Είχα μάθει να ζω με αυτήν την κατάσταση. Είχα κλειστεί μέσα στον εαυτό μου…
Δεν έφυγα, γιατί με έκανε να πιστεύω πως φταίω εγώ.  

Μου είχε κάνει πλύση εγκεφάλου, πως  δεν θα με πιστέψει κανείς. Πως δεν υπήρχε κάνεις να με στηρίξει.
Κάποια στιγμή τόλμησα να εκμυστηρευτώ στην φίλη μου, όχι την πραγματικότητα, αλλά κάποια κομμάτια της, και εκείνη μου είπε « Μήπως υπερβάλλεις;».
Το ίδιο και με την μάνα μου. Εκείνη μου μίλησε αυστηρά: «να προσέχεις πώς του μιλάς».
Στην δουλειά πάλι, η διευθύντριά μου,  όταν με έβλεπαν στενοχωρημένη και με ένα τόνο μέικ απ, μου έλεγε: «μη φέρνεις τα προσωπικά σου εδώ».

Και ξέρετε ποιος με πίστεψε πρώτος;
Ένας γιατρουδάκος, ειδικευόμενος  στα επείγοντα.
Δεν είπε πολλά.
Μόνο
«Αυτό δεν είναι από πτώση. Είναι χτύπημα».
Και μ’ έβαλε να το πω φωναχτά.
Η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή μου να μη ψιθυρίζει.

—————

Κυρία Πρόεδρε…
Εκείνο το βράδυ που με άρπαξε από τον λαιμό και με κόλλησε στον τοίχο,
δεν σκέφτηκα «θα με σκοτώσει».
Σκέφτηκα «αν ζήσω, αύριο θα ξαναγίνει».
Και αυτό…
αυτό ήταν το αληθινό τέλος.

Τότε έτρεξα.
Με τις παντόφλες.
Με το κινητό στο χέρι και αίμα στο στόμα.
Όχι για να σωθώ.
Για να τελειώσει.

(Παίρνει βαθιά ανάσα, σηκώνει το κεφάλι.)

—————

(Παύση)

Θα σας πω και για τις φωνές.
Όχι τις δικές του, αυτές τις ξέρετε.
Τις άλλες.
Τις φωνές της πολυκατοικίας.

Ξέρετε πώς είναι να ουρλιάζεις και να ξέρεις ότι σε ακούνε;
Πουθενά δεν ηχεί πιο δυνατά η σιωπή, από έναν διάδρομο που ξέρεις πως πίσω από κάθε πόρτα υπάρχει κάποιος
και κανείς δεν ανοίγει.

Οι γείτονες…
Αυτοί που με χαιρετούσαν στο ασανσέρ.
Αυτοί που μου έλεγαν «ό,τι χρειαστείς, εδώ είμαστε».
Και όμως… όταν έκλαιγα  και αυτός έφευγε από το σπίτι,   χτυπώντας  την πόρτα σαν μανιακός, τους άκουγα.

Ναι, τους αφουγκραζόμουν.

Μία από πάνω,  έκλεισε το ραδιόφωνο για να ακούσει καλύτερα.

Ο απέναντι άνοιξε την πόρτα του μισή σπιθαμή.
Είδα το μάτι του.
Με είδε.
Και την έκλεισε αργά, σαν να λέει:
«Μην με μπλέκετε».

Και η κυρία Ελένη από το ισόγειο…
Εκείνη που μου έδινε βασιλικό για τα γεμιστά…
Το πρωί, όταν με είδε να κατεβαίνω με μαυρισμένο μάτι,
είπε μόνο:
«Αχ παιδί μου, κι εμένα ο μακαρίτης κάποτε… τέλος πάντων, υπομονή».

Υπομονή.
Λες και η ζωή είναι ουρά στην Εθνική τράπεζα.
Λες και ο πόνος είναι κάτι που το πληρώνεις και μετά σε αφήνουν ήσυχη.

Και ξέρετε το χειρότερο;
Όταν φώναξα ένα βράδυ «ΒΟΗΘΕΙΑ», άκουσα καθαρά,
μια πόρτα να κλειδώνει από μέσα.

Σαν να έλεγαν:
«Όχι εδώ. Μη μας χτυπήσει η μοίρα».
Αλλά αυτό είναι το θέμα, κυρία Πρόεδρε.
Η μοίρα δεν χτυπάει πόρτες.
Άνθρωποι τις χτυπάνε.
Και πόσοι μα πόσοι, τις αφήνουν κλειστές.

—————

(Παύση. Κοιτάζει γύρω, σαν να βλέπει τον διάδρομο της πολυκατοικίας.)

Τους συγχωρώ;
Όχι.
Αλλά τους καταλαβαίνω.
Ο φόβος κάνει σιωπηλούς όσους δεν έχουν δύναμη.
Μόνο που η σιωπή…
η σιωπή είναι σαν το τρίτο χέρι του θύτη.
Χτυπάει κι αυτή.
Απλώς δεν αφήνει μελανιές.
Αφήνει μονάχα,  ενοχές.

Ξέρετε τι σκέφτηκα όταν έτρεχα εκείνο το τελευταίο βράδυ, με αίμα στο στόμα;
«Αν ανοίξει έστω μία πόρτα,
έστω μία…
θα σωθώ λίγο πιο γρήγορα.»

Δεν άνοιξε όμως, καμία.

Κι όμως σήμερα δεν τους κατηγορώ εδώ μέσα.
Δεν τους φέρνω ως μάρτυρες.
Τους φέρνω ως κάτοπτρα.
Γιατί δεν ήμουν μόνο εγώ που κινδύνευα.
Ήταν και αυτοί.
Από τον εαυτό τους.
Από το βάρος του «άκουσα αλλά δεν έπραξα».
Αυτό δεν ξεπλένεται.

(Σηκώνει το βλέμμα με πείσμα.)

—————

Κυρία Πρόεδρε,

Στέκομαι εδώ, όχι για να τον δω να τιμωρείται,

Αυτό θα το αποφασίσετε εσείς.
Στέκομαι εδώ για όλες, όσες δεν πρόλαβαν να σταθούν.
Για όλες, όσες έγιναν θέμα σε κοινωνικές εκπομπές της τηλεόρασης.
Για όλες όσες γράφτηκαν ως «άλλη μία γυναικοκτονία».
Για όσες είπαν «έλα μωρέ, δεν θα γίνει σε μένα».
Και έγινε.

Σήμερα καταθέτω για μένα,
αλλά μιλάω για όλες.

Και θέλω να γραφτεί αυτό στα πρακτικά,
να μείνει, να μην σβηστεί,
να το διαβάσει όποιος πρέπει,
και κυρίως όποιος δεν θέλει…

Η σιωπή δεν προστατεύει.
Η σιωπή θάβει.
Και εγώ δεν θάβομαι.
Σήμερα μιλάω.
Και δεν γυρίζω πίσω.

Η βία δεν είναι μόνο οι γροθιές του.
Είναι και οι πόρτες που δεν ανοίγουν.
Είναι οι γείτονες που χαμηλώνουν την τηλεόραση για να ακούσουν…
και μετά την δυναμώνουν για να ξεχάσουν.
Είναι τα «δεν μπλέκω» που γίνονται σιωπηλές κηδείες.

Στέκομαι εδώ για να πω,
πως καμία γυναίκα δεν σώθηκε ποτέ από σιωπή.
Σώθηκε όταν κάποιος άνοιξε μια πόρτα.
Και τότε ξεκίνησε η ζωή της ξανά.

Σήμερα αυτή η πόρτα είμαι εγώ.
Και τη χτυπάω δυνατά.
Για όλες.

Η σιωπή σκοτώνει.
Και εγώ… δεν θα ξαναζήσω σιωπηλή.

Σχετικά Θέματα

Σημαντικά θέματα που πρέπει να δεις

Ιδέες και Προτάσεις!

Προτεινόμενα άρθρα
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Δεσ Ακόμη
Κύλιση στην κορυφή

Φόρμα Καταγγελίας