Οι πολίτες αρχίζουν να βλέπουν την κυβέρνηση όχι ως “λύση”, αλλά ως “κομμάτι του προβλήματος”.
Η Νέα Δημοκρατία, ως κόμμα εξουσίας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσωπικά ως πρωθυπουργός, αντιμετωπίζουν ένα φαινόμενο που απασχολεί πολιτικούς αναλυτές και πολίτες: την αδυναμία ανόδου ή διατήρησης υψηλής δημοσκοπικής επιρροής, ιδιαίτερα μετά το πρώτο διάστημα της δεύτερης θητείας τους.
Παρόλο που στις εκλογές του 2023 κατάφεραν να εξασφαλίσουν άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τα ποσοστά εμπιστοσύνης και πρόθεσης ψήφου σε πολλές έρευνες σπάνια ξεπερνούν το 22%. Ποιοι είναι οι λόγοι γι’ αυτό;
Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Η σύνθεση των αιτίων αφορά τόσο τη διαχείριση εξουσίας όσο και βαθύτερα δομικά προβλήματα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής στην Ελλάδα.
- Η κόπωση της εξουσίας
Η παραμονή στην εξουσία για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, συνήθως φθείρει κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης. Η ΝΔ βρίσκεται στην κυβέρνηση από το 2019, και ενώ η πρώτη θητεία κύλησε με σχετική σταθερότητα (παρά τις κρίσεις), η δεύτερη φάση της διακυβέρνησης βαρύνεται από συσσωρευμένες προσδοκίες που δεν υλοποιήθηκαν. Οι πολίτες αρχίζουν να βλέπουν την κυβέρνηση όχι ως “λύση”, αλλά ως “κομμάτι του προβλήματος”.
Η κόπωση αυτή εντείνεται από την αίσθηση ότι πολλά υποσχέθηκε αλλά λίγα υλοποίησε για τα μεσαία και χαμηλότερα στρώματα. Ειδικά μετά από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης, οι πολίτες επιζητούν ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητας, κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται με επικοινωνιακές τακτικές.
- Οικονομικές ανισότητες, ακρίβεια και “πυροσβεστικές” παρεμβάσεις
Παρά τη γενικότερη δημοσιονομική σταθερότητα που επικαλείται η κυβέρνηση, η ακρίβεια σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες είναι ένας από τους κύριους παράγοντες κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η αύξηση στις τιμές ενέργειας, τροφίμων και ενοικίων έχει συμπιέσει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης με επιδόματα θεωρούνται “πυροσβεστικές”, χωρίς δομική παρέμβαση στις αιτίες του προβλήματος.
Ακόμη, η αντίληψη ότι η ΝΔ κυβερνά υπέρ των οικονομικά ισχυρών, ενώ οι υπόλοιποι δέχονται το βάρος των αυξήσεων, ενισχύει την αποξένωση από τα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα. Η αίσθηση κοινωνικής αδικίας λειτουργεί διαβρωτικά για τη δημοφιλία της κυβέρνησης.
- Διαχείριση κρίσεων και ελλιπής λογοδοσία
Η κυβέρνηση έχει αντιμετωπίσει σοβαρές κρίσεις, με πιο χαρακτηριστικές:
- Το σκάνδαλο των υποκλοπών (παρακολουθήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων και πολιτών μέσω Predator),
- Η τραγωδία των Τεμπών, που ανέδειξε συστημικές αδυναμίες στις υποδομές,
- Οι φυσικές καταστροφές (πυρκαγιές, πλημμύρες σε Θεσσαλία, Έβρο),
- Η δυσπιστία στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και των θεσμών.
Σε κάθε περίπτωση, η κυβερνητική διαχείριση θεωρήθηκε από πολλούς ανεπαρκής ή και κυνική. Ειδικά το αίσθημα ότι δεν αποδόθηκαν ευθύνες ή ότι επικράτησε η συγκάλυψη, έχει οδηγήσει σε σημαντική φθορά της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος γενικότερα και της κυβέρνησης ειδικότερα.
- Επικοινωνιακή υπερφόρτωση και αντίστροφο αποτέλεσμα
Η ΝΔ, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει στηριχθεί έντονα στη δύναμη της επικοινωνίας. Όμως, όταν η επικοινωνία υπερκαλύπτει την ουσία, δημιουργείται δυσφορία. Πολλοί πολίτες αισθάνονται ότι η κυβέρνηση “επικοινωνεί την πρόοδο”, χωρίς αυτή να αποτυπώνεται στην καθημερινότητά τους.
Η συνεχής παρουσία του Πρωθυπουργού και των κυβερνητικών στελεχών σε φιλικά ΜΜΕ, δημιουργεί μια εικόνα μονοφωνίας, ενώ η απουσία διαλόγου και ουσιαστικής αντιπαράθεσης επιτείνει την αίσθηση αδιαφάνειας. Αντί να ενισχύει την εμπιστοσύνη, η επικοινωνιακή “υπερφόρτωση” δημιουργεί κυνισμό.
- Η διάβρωση της θεσμικής αξιοπιστίας
Η ποιότητα της Δημοκρατίας έχει τεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η εμπλοκή της ΕΥΠ στο σκάνδαλο υποκλοπών, η πολιτικοποίηση της Δικαιοσύνης, αλλά και η συγκέντρωση εξουσίας στο πρωθυπουργικό γραφείο δημιουργούν την εντύπωση αυταρχισμού ή “επιτελικού συγκεντρωτισμού”.
Η αίσθηση ότι οι θεσμοί εργαλειοποιούνται για την πολιτική επιβίωση της κυβέρνησης έχει πλήξει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σε κράτος και πολίτη. Αυτό έχει κόστος όχι μόνο για τη ΝΔ, αλλά και συνολικά για το πολιτικό σύστημα.
- Αποξένωση από τη νεολαία
Η νεολαία αποτελεί έναν κρίσιμο δείκτη κοινωνικού παλμού. Όμως, η πολιτική της ΝΔ συχνά φαίνεται να μην αγγίζει τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τους νέους: ανεργία, brain drain, ακριβή στέγη, επισφάλεια.
Η σχέση της κυβέρνησης με τα πανεπιστήμια (π.χ. πανεπιστημιακή αστυνομία, Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής) έχει προκαλέσει ρήξη με μεγάλο κομμάτι του φοιτητικού πληθυσμού. Επιπλέον, η εικόνα ότι οι νέοι δεν έχουν ίσες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας ενισχύει τη δυσπιστία απέναντι στην κυβέρνηση.
- Προβλήματα στο εσωτερικό της ΝΔ
Παρά την εξωτερική εικόνα ενότητας, στο εσωτερικό της ΝΔ υπάρχουν εντάσεις. Οι προσωπικές στρατηγικές βουλευτών και υπουργών, η διαφοροποίηση μερίδας στελεχών από τον πυρήνα γύρω από τον Πρωθυπουργό, και η απουσία εσωκομματικού διαλόγου περιορίζουν την ανανέωση και την ουσιαστική πολιτική παραγωγή.
Η ΝΔ εμφανίζεται περισσότερο ως μηχανισμός εξουσίας, και λιγότερο ως κόμμα με ιδεολογική ταυτότητα και κοινωνική διασύνδεση. Αυτό μειώνει την ικανότητά της να προσελκύσει νέες δυνάμεις ή να εμπνεύσει πολιτικά.
- Απουσία σαφούς προοπτικής
Οι πολίτες, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, αναζητούν ένα συνεκτικό αφήγημα για το μέλλον. Η ΝΔ, ιδίως μετά τις εκλογές του 2023, μοιάζει να μην έχει ξεκάθαρο όραμα πέρα από τη διαχείριση και τη “σταθερότητα”.
Η απουσία εμβληματικών στόχων, όπως μια πραγματική νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, ένα νέο παραγωγικό μοντέλο ή ένα εθνικό σχέδιο για την κλιματική κρίση, περιορίζει τη δυνατότητα του κόμματος να κινητοποιήσει πολίτες πέραν της παραδοσιακής του βάσης.
- Εναλλακτικές επιλογές και πολυδιάσπαση ψήφου
Η πτώση της ΝΔ δεν σημαίνει απαραίτητα μετατόπιση προς ένα και μόνο κόμμα της αντιπολίτευσης. Το πολιτικό σκηνικό είναι έντονα κατακερματισμένο: ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Πλεύση Ελευθερίας, Ελληνική Λύση, Νίκη κ.λπ.
Η ύπαρξη πολλών πολιτικών εκφράσεων, από διαφορετικά ιδεολογικά φάσματα, σημαίνει ότι η απογοήτευση από τη ΝΔ δεν συγκεντρώνεται, αλλά διαχέεται. Αυτό δυσχεραίνει τη ΝΔ στο να “συσπειρώσει” έναν ευρύτερο χώρο. Επιπλέον, ορισμένοι απογοητευμένοι ψηφοφόροι επιλέγουν την αποχή, επηρεάζοντας περαιτέρω τα ποσοστά.
- Η απουσία αυτοκριτικής και η ευκολία στην επίρριψη ευθυνών
Η στάση πολλών κυβερνητικών στελεχών – να αρνούνται κάθε ευθύνη και να αποδίδουν προβλήματα σε άλλους παράγοντες (αντιπολίτευση, πολίτες, “αστοχίες της Δημόσιας Διοίκησης”) – ενοχλεί την κοινή γνώμη. Η έλλειψη αυτοκριτικής εκλαμβάνεται ως αλαζονεία, ενώ υπονομεύει τη διάθεση για ουσιαστικό διάλογο και λύσεις.
Οι πολίτες θέλουν υπεύθυνες κυβερνήσεις, που να μπορούν να αναγνωρίσουν τα λάθη τους και να διορθώνονται. Η συνεχής μετάθεση ευθυνών δημιουργεί ρήγμα αξιοπιστίας.
Επιμύθιο
Η πτώση της δημοσκοπικής δυναμικής της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη κάτω από το 22%, δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο γεγονότος ή πολιτικής αποτυχίας. Είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων: κοινωνικής δυσφορίας, θεσμικής δυσλειτουργίας, κρίσης αξιοπιστίας και απουσίας πολιτικού οράματος.
Εάν η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί να επανακτήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, πρέπει να ξεπεράσει το επικοινωνιακό περίβλημα και να επιστρέψει στην ουσία της πολιτικής: την κοινωνική δικαιοσύνη, τη θεσμική εντιμότητα και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να βλέπει την επιρροή της να συρρικνώνεται, ακόμα και αν δεν υπάρχει άμεση εναλλακτική ηγεμονία στον ορίζοντα.
Νίκος Παρίκος
