Η τρέχουσα πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε ως περίοδος σταθερότητας ούτε ως φάση προεκλογικής μετάβασης. Πρόκειται για κάτι πιο σύνθετο και, ενδεχομένως, πιο επικίνδυνο: μια κατάσταση κυριαρχίας χωρίς κοινωνική ηγεμονία, όπου το κυβερνών κόμμα παραμένει πρώτο σε όλες τις μετρήσεις, αλλά αδυνατεί να μετατρέψει το δημοσκοπικό του προβάδισμα σε πολιτική αυτοπεποίθηση, καθαρή εντολή και κοινωνική συναίνεση.
του Νίκου Παρίκου
Η πολιτική ισορροπία της φθοράς: Κυριαρχία χωρίς βάθος, αντιπολίτευση χωρίς πειστικότητα
Η σημερινή πολιτική κατάσταση της χώρας χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη αντίφαση: από τη μία πλευρά, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα στο εκλογικό σώμα· από την άλλη, το πολιτικό και κοινωνικό της βάθος εμφανίζεται περιορισμένο, εύθραυστο και εν δυνάμει αναστρέψιμο. Η εικόνα που αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις –και ειδικότερα στα ευρήματα της Metron Analysis– δεν συνιστά εικόνα άμεσης εκλογικής απειλής, αλλά καταγράφει με σαφήνεια μια φάση παρατεταμένης φθοράς, χωρίς όμως αντίστοιχη ενίσχυση της αντιπολίτευσης.
Αυτό ακριβώς είναι και το κεντρικό χαρακτηριστικό της συγκυρίας: η χώρα δεν βρίσκεται σε φάση πολιτικής μετάβασης, αλλά σε μια μεταβατική στασιμότητα, όπου το κυβερνών κόμμα χάνει σταδιακά κοινωνικά ερείσματα, χωρίς να υπάρχει πειστικός εναλλακτικός πόλος εξουσίας.
Η Νέα Δημοκρατία δεν απειλείται άμεσα από κάποιον αντίπαλο πόλο εξουσίας. Απειλείται, όμως, από τη σταδιακή αποσύνδεση μεγάλων κοινωνικών ομάδων από το αφήγημα της διακυβέρνησής της. Και αυτή η αποσύνδεση δεν εκδηλώνεται με θόρυβο, ριζοσπαστισμό ή μαζικές μετακινήσεις προς την αντιπολίτευση. Εκδηλώνεται με αμφιθυμία, κόπωση και πολιτική ψυχρότητα – το φαινόμενο που εύστοχα περιγράφεται ως «παγωμένη στήριξη».
Η Νέα Δημοκρατία και το φαινόμενο της «παγωμένης στήριξης»
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη πολιτική δύναμη, όμως τα ποσοστά της στην πρόθεση ψήφου (περίπου 22%) και η εκτίμηση ψήφου (κάτω από το 30% χωρίς το μπόνους) συνιστούν σαφή υποχώρηση σε σχέση με τις εκλογικές της επιδόσεις του 2019 και του 2023. Ακόμη πιο κρίσιμο στοιχείο είναι η χαμηλή συσπείρωση, που κυμαίνεται γύρω στο 58% – 62%, όταν σε προηγούμενες αναμετρήσεις ξεπερνούσε το 70%.
Αυτή η διαρροή δεν έχει σαφή προορισμό. Δεν κατευθύνεται οργανωμένα προς το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ ή κάποιο άλλο κόμμα. Αντίθετα, καταλήγει σε μια γκρίζα ζώνη αναποφάσιστων, αποχής ή «χαλαρής ανοχής» προς την κυβέρνηση. Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται εύστοχα ως «παγωμένη στήριξη»: πολίτες που δεν απορρίπτουν συνολικά τη ΝΔ, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να τη στηρίξουν ενεργά.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά επικίνδυνο φαινόμενο για ένα κυβερνών κόμμα, διότι:
- δεν ενεργοποιείται εύκολα με προεκλογικά διλήμματα,
- δεν κινητοποιείται από τον φόβο της αστάθειας,
- και δεν μεταφράζεται αυτόματα σε «επιστροφή στο μαντρί» την ώρα της κάλπης.
Το τέλος της άνετης κυριαρχίας
Τα αριθμητικά δεδομένα είναι αποκαλυπτικά. Η Νέα Δημοκρατία κινείται σταθερά στην πρόθεση ψήφου γύρω στο 22% και στην εκτίμηση ψήφου κοντά στο 28%–29%. Παρά το προβάδισμα των περίπου 16 μονάδων από το δεύτερο κόμμα, τα ποσοστά αυτά δεν συνιστούν εικόνα πολιτικής άνεσης. Αντιθέτως, αποτυπώνουν μια δομική συρρίκνωση της εκλογικής βάσης, η οποία μέχρι πρότινος της επέτρεπε να μιλά με όρους πολιτικής κυριαρχίας και όχι απλής πρωτιάς.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η συσπείρωση, που παραμένει χαμηλή σε σχέση με τα επίπεδα του 2019 και του 2023. Το κυβερνών κόμμα δεν χάνει μαζικά ψηφοφόρους προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις· χάνει κάτι πιο κρίσιμο: τη βεβαιότητα ότι οι δικοί του άνθρωποι θα εμφανιστούν στην κάλπη με διάθεση επιβεβαίωσης.
Αυτό αλλάζει ριζικά τη φύση του πολιτικού παιχνιδιού. Διότι η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά:
- ούτε στο επιχείρημα της σταθερότητας,
- ούτε στον φόβο της ακυβερνησίας,
- ούτε στην αδυναμία της αντιπολίτευσης.
Η «παγωμένη στήριξη» ως πολιτικό σύμπτωμα
Η «παγωμένη στήριξη» δεν είναι συγκυριακή δυσφορία. Είναι πολιτικό σύμπτωμα. Σηματοδοτεί ότι η σχέση εκπροσώπησης μεταξύ κυβέρνησης και κρίσιμων κοινωνικών στρωμάτων έχει χαλαρώσει. Όχι σπασμένα δεσμά, αλλά χαλαρούς κόμπους.
Μεσαία στρώματα που στήριξαν αποφασιστικά τη ΝΔ αισθάνονται σήμερα ότι:
- πιέζονται οικονομικά χωρίς σαφή προοπτική βελτίωσης,
- φορολογούνται χωρίς αντίστοιχο κοινωνικό αντάλλαγμα,
- και καλούνται να επιδείξουν ανοχή σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που εμφανίζεται αυτάρεσκο και εσωστρεφές.
Η πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας μετατράπηκε σταδιακά σε διαχειριστική αυτάρκεια. Και αυτή ακριβώς η μετάβαση εξηγεί γιατί η φθορά δεν εκφράζεται με κραυγές, αλλά με σιωπή.
Ο Αλέξης Τσίπρας και το ενδεχόμενο καθαρού διπολισμού
Σε αυτό το περιβάλλον, η πιθανή επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό σχήμα λειτουργεί ως μεταβλητή υψηλής σημασίας. Το 19% που δηλώνει ότι θα μπορούσε να τον ψηφίσει δεν είναι αμελητέο, ιδίως αν συνδυαστεί με τη διάχυτη δυσαρέσκεια προς το υπάρχον πολιτικό προσωπικό.
Η πραγματική σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν έγκειται μόνο στα ποσοστά του, αλλά στη δυνατότητά του να:
- αναδιατάξει τον χώρο της Κεντροαριστεράς,
- συμπιέσει το ΠΑΣΟΚ,
- και επαναφέρει έναν πιο καθαρό διπολισμό στο πολιτικό σύστημα.
Ένας τέτοιος διπολισμός ιστορικά δεν ευνοεί τη ΝΔ όταν βρίσκεται σε φάση φθοράς, διότι μετατρέπει την εκλογική αναμέτρηση σε σύγκρουση πολιτικών αφηγήσεων και όχι απλώς διαχειριστικής υπεροχής.
Η Καρυστιανού και το πολιτικό κενό των θεσμών
Σε αυτό το περιβάλλον, η δημόσια συζήτηση γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού δεν είναι τυχαία ούτε περιφερειακή. Ανεξαρτήτως του αν θα υπάρξει τελικά πολιτικό σχήμα, η δυναμική που καταγράφεται δημοσκοπικά αποτυπώνει την ύπαρξη ενός ανεκπροσώπητου θεσμικού ακροατηρίου.
Πολίτες που:
- δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αντικαθεστωτικοί,
- δεν έχουν κομματική ταύτιση,
- αλλά βιώνουν έντονη δυσπιστία απέναντι στη λειτουργία των θεσμών, της Δικαιοσύνης και της πολιτικής εξουσίας.
Το γεγονός ότι η Καρυστιανού εμφανίζεται με υψηλή πιθανότητα ψήφου, παρά το 42% αρνητικών γνωμών, δείχνει ότι δεν λειτουργεί ως κλασικό πολιτικό πρόσωπο. Λειτουργεί ως σύμβολο θεσμικής αγανάκτησης.
Για τη Νέα Δημοκρατία, αυτό δεν συνιστά άμεση απειλή εξουσίας. Συνιστά όμως κάτι ίσως πιο επικίνδυνο: διάβρωση της ηθικής νομιμοποίησης της διακυβέρνησης. Και αυτή η διάβρωση δεν αντιστρέφεται εύκολα με ανασχηματισμούς ή επικοινωνιακές πρωτοβουλίες.
Αντιπολίτευση χωρίς εναλλακτικό σχέδιο
Η κυβερνητική φθορά δεν συνοδεύεται από άνοδο της αντιπολίτευσης. Και αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της συγκυρίας. Το ΠΑΣΟΚ, παρά τη δεύτερη θέση, αδυνατεί να εμφανιστεί ως αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική. Τα ποσοστά αρνητικής αξιολόγησης –τόσο για το κόμμα όσο και για τον πρόεδρό του– είναι ενδεικτικά μιας αντιπολίτευσης χαμηλών προσδοκιών.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, βρίσκεται σε φάση πολιτικής αποσύνθεσης. Η κοινωνική του επιρροή έχει περιοριστεί δραστικά και η ταυτότητά του παραμένει θολή. Η κυβερνητική του εμπειρία δεν μετατράπηκε σε ώριμο πολιτικό κεφάλαιο, αλλά σε βάρος που δεν έχει ακόμη διαχειριστεί.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα όπου:
- η κυβέρνηση φθείρεται χωρίς να απειλείται,
- η αντιπολίτευση επιβιώνει χωρίς να πείθει,
- και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι δεν έχουν πολιτικό εκπρόσωπο.
Ο Τσίπρας και το ενδεχόμενο αναδιάταξης
Σε αυτό το ρευστό τοπίο, ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται ως πιθανός καταλύτης εξελίξεων. Όχι επειδή διαθέτει έτοιμο σχέδιο ή μαζική δυναμική, αλλά επειδή μπορεί να επαναφέρει τον πολιτικό άξονα της σύγκρουσης.
Το 19% που δηλώνει πιθανό να στηρίξει ένα νέο εγχείρημα δεν αρκεί για κυβερνητική εναλλαγή. Αρκεί, όμως, για να:
- συμπιέσει το ΠΑΣΟΚ,
- επαναπολιτικοποιήσει τον χώρο της Κεντροαριστεράς,
- και δημιουργήσει συνθήκες καθαρότερου διπολισμού.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία. Όχι η ήττα, αλλά η απώλεια του στρατηγικού της πλεονεκτήματος, που σήμερα βασίζεται στην απουσία πειστικού αντιπάλου.
Οι γενιές και το μέλλον της εκπροσώπησης
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ηλικιακή διάσταση της πολιτικής στήριξης. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί υψηλά ποσοστά στους άνω των 60 ετών, αλλά εμφανίζει σοβαρή υστέρηση στους νέους έως 34 ετών. Εκεί, τα ζητήματα εργασίας, στέγασης και προοπτικής ζωής δεν απαντώνται πειστικά από το κυβερνητικό αφήγημα.
Πρόκειται για μια γενιά:
- χωρίς ισχυρούς κομματικούς δεσμούς,
- με αυξημένη κινητικότητα,
- και χαμηλή ανοχή στην πολιτική αυτονόμηση της εξουσίας.
Αν αυτή η απόσταση παγιωθεί, το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας δεν θα είναι εκλογικό με τη στενή έννοια, αλλά διαγενεακό και στρατηγικό.
Editorial
Η φθορά δεν είναι αριθμός, είναι σχέση
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μπροστά σε πολιτική κρίση. Βρίσκεται, όμως, μπροστά σε μια φάση φθοράς πριν την κρίση. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κυβερνά, αλλά δεν ηγεμονεύει. Η αντιπολίτευση υπάρχει, αλλά δεν εμπνέει. Και η κοινωνία παρακολουθεί, περισσότερο καχύποπτη παρά θυμωμένη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πότε θα γίνουν εκλογές, αλλά αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να ανανεώσει τη σχέση εκπροσώπησης πριν αυτή σπάσει οριστικά. Διότι όταν η αποστασιοποίηση μετατραπεί σε απόρριψη, οι εξελίξεις δεν προαναγγέλλονται – επιβάλλονται.
Η σημερινή πολιτική συγκυρία δεν προειδοποιεί με κραυγές. Προειδοποιεί με σιωπή. Και αυτή ακριβώς η σιωπή είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο για την κυβέρνηση – αλλά και για το πολιτικό σύστημα συνολικά.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται. Όμως κυβερνά όλο και περισσότερο χωρίς ενεργή κοινωνική συναίνεση και όλο και λιγότερο με όρους πολιτικής ηγεμονίας. Η φθορά που καταγράφεται δεν είναι αποτέλεσμα ενός μεγάλου λάθους ή μιας στιγμιαίας κρίσης. Είναι το άθροισμα μικρών αποστάσεων που μεγάλωσαν: από την καθημερινότητα, από τις αγωνίες των μεσαίων στρωμάτων, από τις προσδοκίες των νεότερων γενιών, από την απαίτηση για θεσμική αξιοπιστία.
Το πρόβλημα για το κυβερνών κόμμα δεν είναι ότι «χάνει». Είναι ότι δεν κερδίζει πια τη μάχη του νοήματος. Και όταν ένα κόμμα εξουσίας παύει να πείθει ότι κατανοεί τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια των αριθμών, τότε ακόμη και η πρωτιά μετατρέπεται σε αμυντική θέση.
Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση αποτυγχάνει να αρθρώσει μια πειστική εναλλακτική. Το κενό εκπροσώπησης δεν καλύπτεται από προγράμματα ή πρόσωπα, αλλά γεμίζει από σύμβολα, προσωποποιήσεις της αγανάκτησης και ενδεχόμενα πολιτικά εγχειρήματα που αντλούν δύναμη ακριβώς από τη δυσπιστία προς το υπάρχον σύστημα. Εκεί βρίσκεται και ο πραγματικός κίνδυνος: όχι στην ανατροπή, αλλά στη διάβρωση της εμπιστοσύνης.
Η ιστορία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν πάντα όταν χάνουν τις εκλογές. Πολλές φορές πέφτουν όταν χάνουν τη δυνατότητα να ερμηνεύουν την κοινωνία. Και όταν αυτό συμβεί, καμία επικοινωνιακή στρατηγική, κανένας ανασχηματισμός και καμία επίκληση της «σταθερότητας» δεν αρκεί.
Αν η πολιτική φθορά συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως απλό δημοσκοπικό ζήτημα και όχι ως κρίση σχέσης εκπροσώπησης, τότε η επόμενη φάση δεν θα είναι απλώς δυσκολότερη. Θα είναι ανεξέλεγκτη.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Νέα Δημοκρατία θα παραμείνει πρώτη. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα συνολικά μπορεί να ανανεώσει το κοινωνικό του συμβόλαιο πριν η «παγωμένη στήριξη» μετατραπεί σε ψυχρή απόρριψη. Και αυτό το στοίχημα δεν κερδίζεται με χρόνο. Κερδίζεται μόνο με πολιτική επίγνωση – και αυτή σήμερα μοιάζει να είναι το πιο σπάνιο αγαθό.
